ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17-Θεσσαλονίκη

2026-02-24

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ο ήλιος έγερνε πίσω από τον Όλυμπο κι έβαφε τα νερά του Θερμαϊκού με το κόκκινο της αυτοκρατορικής πορφύρας. Στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Οι καμπάνες της Αγίας Σοφίας και του Αγίου Δημητρίου αντηχούσαν μέχρι το λιμάνι καλωσορίζοντας το νέο Μητροπολίτη.

Στην πρώτη γραμμή του πλήθους, ανάμεσα σε άρχοντες με μεταξωτούς χιτώνες και στρατιώτες με γυαλισμένες πανοπλίες, στεκόταν ο καπετάν Νικήτας. Το κορμί του, σαν παλιό σκαρί που άντεξε σε χίλιες φουρτούνες, έδειχνε αλύγιστο, αλλά τα χέρια του, σταυρωμένα στο στήθος, έτρεμαν ελαφρά. Τα μάτια του, στενά από την αλμύρα και τον χρόνο, ήταν καρφωμένα στο δρόμωνα που έδενε.

Κάθε φορά που κοίταζε τον ορίζοντα, έβλεπε το ναυάγιο που του είχε στερήσει το παιδί του. Για εκείνον η θάλασσα δεν ήταν πια δρόμος, ήταν ένας υγρός τάφος για το χαμένο του μοναχογιό. Είχε έρθει στην υποδοχή του νέου Μητροπολίτη μόνο από καθήκον.

Το πλοίο ακούμπησε απαλά στην προβλήτα και οι κάβοι δέθηκαν στις πέτρινες δέστρες. Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα πίσω, στη σκιά των επισήμων. Δεν μπορούσε να πανηγυρίσει.

Πρώτος πάτησε στη στεριά ο Λέων. Δεν ήταν πια μόνο ο ονομαστός δάσκαλος της Πόλης. Φορούσε τα μαύρα ράσα του Μητροπολίτη και στο στήθος του έλαμπε ένας εγκόλπιος σταυρός. Το πλήθος έσκυψε το κεφάλι με σεβασμό. Στάθηκε στην άκρη της προβλήτας και γύρισε το κεφάλι του προς το πλοίο.

Τότε, δύο νέες φιγούρες φάνηκαν στην άκρη του πλοίου. Φορούσαν χιτώνες με τα διακριτικά των αυτοκρατορικών εργαστηρίων. Ο Δημήτριος προχωρούσε μπροστά, κρατώντας έναν αστρολάβο και μερικούς κυλίνδρους με σχέδια.

Στάθηκε στην κουπαστή. Κοίταξε το πλήθος. Η ματιά του περιπλανήθηκε πάνω από τα κεφάλια, πάνω από τα λάβαρα, μέχρι που σταμάτησε απότομα. Εκεί, ανάμεσα στο πλήθος, ο πατέρας του, ο καπετάν Νικήτας, φαινόταν σαν μοναχικός βράχος μέσα σε μια θάλασσα ανθρώπων. Παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, παρά την αλμύρα που είχε αυλακώσει το πρόσωπό του, ο Δημήτριος αναγνώρισε τη γνώριμη στάση του σώματος, τον τρόπο που το χέρι του έσφιγγε το στήθος.

Ο Δημήτριος, που ήξερε τι πίστευε γι' αυτόν ο πατέρας του, δεν περίμενε. Παράτησε τα σχέδια και τους αστρολάβους στο κατάστρωμα και κατέβηκε τη σκάλα. Το πλήθος παραμέρισε ασυναίσθητα ανοίγοντας δρόμο. Έτρεξε πάνω στην πέτρινη προβλήτα.

— Πατέρα! Πατέρα, είμαι εδώ! φώναξε.

Ο Νικήτας σήκωσε τα μάτια του. Στην αρχή, το σώμα του πάγωσε. Το αίμα έφυγε από το πρόσωπό του και η ανάσα του κόπηκε. «Η θάλασσα μου στέλνει φαντάσματα;» σκέφτηκε και λύγισε. Η μορφή που έτρεχε ήταν του γιου του!

— Δημήτριε; ψιθύρισε, αλλά η φωνή του δεν βγήκε.

Όταν ο Δημήτριος έπεσε πάνω του, σφίγγοντάς τον στην αγκαλιά του, ο πατέρας του ξέσπασε σε μια κραυγή τόσο δυνατή, που έκανε τους γλάρους να πετάξουν τρομαγμένοι ψηλά. Τα ροζιασμένα χέρια του Νικήτα άγγιξαν τα μπράτσα του γιου του, χάιδεψαν το ζεστό του πρόσωπο, έψαξαν τα μάτια του, προσπαθώντας να πιστέψουν το θαύμα.

— Είσαι ζωντανός; ούρλιαξε ανάμεσα σε λυγμούς. Σε έδωσα στη θάλασσα, αγόρι μου! Σε έκλαψα με μαύρο δάκρυ! Πώς;

Οι φωνές στην προκυμαία έπαψαν. Άρχοντες και στρατιώτες έστεκαν ακίνητοι, μαγεμένοι από το ανέλπιστο ξανασμίξιμο.

Ο Λέων πλησίασε τους δύο άντρες που ήταν πλέον ένα κουβάρι από λυγμούς και μνήμες, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο κόσμος είχε σωπάσει, νιώθοντας πως παρακολουθεί ένα θαύμα.

— Νικήτα, είπε ο Λέων με φωνή δυνατή, περήφανη. Ο γιος σου δεν πνίγηκε. Σου τον έφερα πίσω, καπετάνιε. Αλλά μην περιμένεις να ξεκουραστεί. Έχει να χτίσει μια ολόκληρη πόλη.

Ο Γεώργιος, φορτωμένος με τα σύνεργά του, άφησε ένα γέλιο λυτρωτικό να ξεσπάσει στεγνώνοντας τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό του. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο Δημήτριος, χωρίς να αφήσει το χέρι του πατέρα του, στράφηκε προς τον φίλο του.

— Πατέρα, είπε ο Δημήτριος, αυτός είναι ο Γεώργιος. Χωρίς αυτόν, η έρημος θα είχε γίνει ο τάφος μου. Στα χρόνια της αιχμαλωσίας έγινε ο αδερφός που δεν είχα. Μοιραστήκαμε το ίδιο λιγοστό νερό και τις ίδιες ελπίδες κάτω από τον ξένο ουρανό.

Ο Γεώργιος έσκυψε το κεφάλι με σεβασμό μπροστά στον γέρο καπετάνιο.

— Καπετάν Νικήτα, ψιθύρισε, ο γιος σου ήταν το φως στα σκοτάδια της Βαγδάτης. Τώρα που βλέπω εσένα, καταλαβαίνω από πού πήρε τη δύναμη να αντέξει.

Ο Νικήτας άπλωσε το ροζιασμένο του χέρι και έσφιξε τον ώμο του Γεωργίου.

— Όποιος κράτησε τον γιο μου όρθιο, έχει θέση στην καρδιά μου και στο σπίτι μου σαν δικό μου παιδί, αποκρίθηκε ο καπετάνιος, και το βλέμμα του είχε πια μια γαλήνη που είχε χρόνια να φανεί.

Ο Νικήτας σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό, κρατώντας τον Δημήτριο από τα ρούχα, λες και φοβόταν πως αν τον αφήσει θα χανόταν ξανά . Τα χέρια του είχαν γαντζωθεί πάνω στον γιο του, όπως ο ναυαγός γαντζώνεται στη στεριά, τρέμοντας μήπως αυτό που ζούσε ήταν ένα ακόμη όνειρο που θα έπαιρνε ο άνεμος.

Μετά, η φωνή του, βραχνή από τη συγκίνηση, υψώθηκε πάνω από την προκυμαία, σκίζοντας τη σιωπή.

— Σήμερα, φώναξε ο καπετάνιος προς το πλήθος, σήμερα οι πύλες του ουρανού άνοιξαν και δεν μας έστειλαν μόνο έναν ποιμενάρχη! Σήμερα γύρισε πίσω το αίμα μου! Σήμερα η πόλη μας γιορτάζει τη νίκη της ζωής πάνω στο σκοτάδι του θανάτου!

Τα λόγια του καπετάνιου αντήχησαν στα πέτρινα τείχη και το πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Ο Μητροπολίτης Λέων άφησε την επίσημη πομπή και ακολούθησε τον Δημήτριο και τον πατέρα του στο δρόμο για το σπίτι.

Δεν χρειάστηκε να περπατήσουν πολύ. Το σπίτι του Νικήτα, ριζωμένο κοντά στα τείχη που έβρεχε η θάλασσα, απείχε μόλις λίγα σοκάκια από την προβλήτα. Καθώς έστριψαν στην τελευταία γωνιά, ο χρόνος έμοιασε να σταματά. Η μυρωδιά από το νυχτολούλουδο της αυλής και το φρεσκοψημένο ψωμί που έβγαινε από το μικρό παράθυρο πλημμύρισε τις αισθήσεις του Δημητρίου. Δεν χρειαζόταν πια να δει τα τείχη ή τον Πύργο για να ξέρει πού βρίσκεται.

Όταν έφτασαν μπροστά στη βαριά ξύλινη πόρτα του σπιτιού, ο Νικήτας σταμάτησε. Η ανάσα του έβγαινε βαριά και το χέρι του έτρεμε καθώς άγγιξε το σιδερένιο ρόπτρο. Πίσω του, ο Μητροπολίτης Λέων και ο Γεώργιος στέκονταν σιωπηλοί. Στέκονταν μπροστά σε ένα σπίτι που ετοιμαζόταν να δεχτεί ένα θαύμα.

Η πόρτα άνοιξε με ένα μακρόσυρτο, βαρύ τρίξιμο. Στην εσωτερική αυλή, κάτω από τον παχύ ίσκιο μιας κληματαριάς, η κυρά-Ζωή καθόταν σκυμμένη πάνω από ένα πανέρι, καθαρίζοντας βότανα. Φορούσε μαύρα, το χρώμα που δεν είχε βγάλει από πάνω της από τη μέρα που έμαθε για το ναυάγιο. Λίγο πιο πέρα, η Θεανώ και η Ελένη ύφαιναν στον αργαλειό με τη σαΐτα να πηγαινοέρχεται ρυθμικά.

— Μάνα, ψιθύρισε ο Δημήτριος.

Η γυναίκα πάγωσε. Το χέρι της έμεινε μετέωρο πάνω από τα βότανα. Η φωνή αυτή, που την άκουγε μόνο στα όνειρά της για χρόνια, ήταν ζωντανή, γεμάτη σάρκα και οστά, εκεί, μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Δεν φώναξε. Έβαλε το χέρι στο στόμα και τα μάτια της μεγάλωσαν τόσο, που έμοιαζαν να χωράνε όλο τον ουρανό.

Σηκώθηκε αργά, με τα γόνατα να τρέμουν. Το μικρό πήλινο σκεύος που κρατούσε γλίστρησε και έγινε χίλια κομμάτια πάνω στις πέτρες της αυλής.

Ο Δημήτριος έκανε ένα βήμα μπροστά. Στο φως του δειλινού φάνηκε το πρόσωπό του.

— Μάνα, εγώ είμαι!

— Δημήτριε; Φως μου! Η φωνή του! ψιθύρισε. Θεέ μου, είναι η φωνή του παιδιού μου!

Η κυρά-Ζωή έπεσε πάνω του με μια κραυγή που έβγαλε από μέσα της όλο τον συσσωρευμένο πόνο τόσων χρόνων. Τον ψηλάφισε με τρεμάμενα χέρια στο πρόσωπο, στα χέρια, στα μαλλιά, λες και προσπαθούσε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν το φάντασμα που την επισκεπτόταν κάθε νύχτα στον ύπνο της. Τα μάτια της, θολά από τα δάκρυα που έπνιγαν την όρασή της, άρχισαν να αναγνωρίζουν τη γραμμή του μετώπου, το σχήμα των χειλιών, το βλέμμα του παιδιού της.

Την ίδια στιγμή, οι αδελφές του, η Θεανώ και η Ελένη, άφησαν τις σαΐτες του αργαλειού να πέσουν. Με μια κραυγή χαράς έτρεξαν κοντά του και ρίχτηκαν πάνω του κλαίγοντας, πλέκοντας τα χέρια τους γύρω του σαν να τον προστάτευαν από τους πειρατές που τον είχαν κλέψει κάποτε από την αγκαλιά τους. Τον άγγιζαν παντού. Θαύμαζαν τα ακριβά, μεταξωτά ρούχα που του είχε χαρίσει ο Αυτοκράτορας, ρούχα που μαρτυρούσαν πως ο χαμένος τους αδελφός δεν επέστρεφε απλώς ζωντανός αλλά και τιμημένος.

Ο Δημήτριος, πνιγμένος στις αγκαλιές και στα δάκρυά τους, ένιωθε το κρύο της ξενιτιάς να χάνεται. Ήταν πια μια πλεξούδα αγάπης κάτω από την κληματαριά που είχε ακούσει τόσες προσευχές για την επιστροφή του.

Λίγο πιο πίσω, στη σκιά της εξώπορτας, ο Μητροπολίτης Λέων παρακολουθούσε τη σκηνή σιωπηλός. Άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε τον εγκόλπιο σταυρό του, ψιθυρίζοντας μια ευχή ευχαριστίας ενώ ο Γεώργιος έσμιγε το δικά του δάκρυα χαράς με τα δάκρυα της οικογένειας.

Ο Δημήτριος, νιώθοντας ακόμα τη ζεστασιά της μάνας του στον ώμο του, έκανε μια κίνηση προς τους δύο άντρες που περίμεναν διακριτικά κοντά στην είσοδο της αυλής.

— Μάνα, είπε με φωνή που είχε πια βρει τη σταθερότητά της, πρέπει να γνωρίσετε εκείνους που έγιναν η οικογένειά μου όταν ήμουν μακριά σας.

Ο Γεώργιος, με τα εργαλεία του ακόμα στο χέρι, έδειχνε αμήχανος μπροστά στο βλέμμα της κυρά-Ζωής.

— Αυτός είναι ο Γεώργιος, συνέχισε ο Δημήτριος. Στην έρημο, όταν ο ήλιος έκαιγε, μοιραζόταν μαζί μου και την τελευταία γουλιά νερό. Είναι ο αδελφός που βρήκα στα χρόνια της σκλαβιάς.

Η Ζωή πλησίασε τον Γεώργιο και του έπιασε τα χέρια.

— Εσύ τον κράτησες ζωντανό, παλικάρι μου; Εσύ μου τον έφερες πίσω;

— Μαζί σωθήκαμε, κυρά- Ζωή, απάντησε ο Γεώργιος με ταπεινότητα. Και μαζί φέραμε και τον Δάσκαλό μας.

Μετά ο Δημήτριος στράφηκε προς τον Μητροπολίτη Λέοντα. Οι αδελφές του έσκυψαν το κεφάλι με σεβασμό μπροστά στο επιβλητικό του ανάστημα.

— Και αυτός, πατέρα, μάνα, είναι ο Σεβασμιότατος Λέων. Ο νέος μας Ποιμενάρχης.

Ο Λέων δεν άφησε τη Ζωή να υποκλιθεί. Την πρόλαβε και την ευλόγησε.

— Κυρά-Ζωή, είπε με τη γαλήνια φωνή του, μην κοιτάς τα ράσα μου. Απόψε είμαι κι εγώ ένας πατέρας που χαίρεται με τη χαρά ενός άλλου πατέρα. Το τραπέζι στρώθηκε γρήγορα κάτω από τη μεγάλη κληματαριά, εκεί που το άρωμα του νυχτολούλουδου μπλεκόταν με την δροσιά που έφερνε το βραδινό αεράκι από τον Θερμαϊκό. Το σπίτι γέμισε φωνές και γέλια. Η μάνα μαγείρεψε το αγαπημένο του φαγητό, αυτό που του έλειπε στις ερήμους της Βαγδάτης και στα παλάτια της Πόλης.

— Έγινες σπουδαίος, παιδί μου, είπε η μάνα του, χαϊδεύοντας το χέρι του.

Ο Δημήτριος χαμογέλασε και έβγαλε από τον κόρφο του έναν μικρό, χάλκινο αστρολάβο.

— Μάνα, όλα όσα έμαθα, τα έμαθα για να βρω τον δρόμο πίσω σε εσάς. Αυτό το εργαλείο μου έδειχνε κάθε νύχτα πού πέφτει η Θεσσαλονίκη.

Στις αδελφές του χάρισε δύο μεταξωτά μαντήλια από την Πόλη, αλλά εκείνες κοιτούσαν με θαυμασμό τις περγαμηνές και τα σχέδια που είχε φέρει μαζί του.

— Δίδαξέ μας, αδελφέ, είπαν η Θεανώ και η Ελένη. Θέλουμε κι εμείς να καταλάβουμε πώς η γνώση κάνει τα τείχη πιο γερά και τη ζωή πιο εύκολη.

Η κυρά-Ζωή και οι κοπέλες έφεραν γρήγορα ό, τι καλύτερο είχε το κελάρι. Έστρωσαν το τραπέζι με κινήσεις γρήγορες, γεμάτες χαρά. Στο κέντρο δέσποζε το αχνιστό προπύρι*, πασπαλισμένο με χοντρό αλάτι και μαύρο σουσάμι, που η μυρωδιά του γέμισε την αυλή. Δίπλα του, η Ελένη ακούμπησε ένα κομμάτι σκληρό, αλμυρό τυρί, από εκείνα τα «ξερά» τυριά που έφερναν οι κτηνοτρόφοι από τις πλαγιές του Χορτιάτη και άντεχαν στις κάσες των καραβιών για μήνες. Δεν έλειπαν οι ελιές οι θρούμπες μέσα στο λάδι τους και μια πήλινη γαβάθα με παστό ψάρι, το προσφάι των ναυτικών, που είχε την αλμύρα του Αιγαίου.

Ο Καπετάν Νικήτας στάθηκε όρθιος στην κεφαλή του τραπεζιού. Σήκωσε την πήλινη στάμνα . Μέσα άστραφτε το κόκκινο κρασί της Χαλκιδικής, ένα κρασί βαρύ και ευωδιαστό.

— Πιείτε, είπε ο Νικήτας γεμίζοντας τα κύπελλα. Είναι κρασί "μονόλυτο"*, ανόθευτο και δυνατό. Ας είναι η τελευταία φορά που πίνουμε για να ξεχάσουμε τον πόνο και η πρώτη που πίνουμε για να καλωσορίσουμε το αύριο. Σε αυτό το τραπέζι το ψωμί είναι πια γλυκό και το κρασί δεν πικρίζει. Απόψε δεν τρώμε μόνοι μας, τρώμε με τους αγαπημένους που μας έφερε πίσω η θάλασσα.

Σήκωσε το ποτήρι του πρώτα προς τον Μητροπολίτη Λέοντα.

— Σεβασμιότατε, αυτό το πρώτο κρασί είναι για σένα. Γιατί δεν έφερες στην πόλη μόνο την ευλογία του Θεού αλλά και το παιδί μου. Στην υγειά σου, Δάσκαλε και Ποιμενάρχη μας.

Ο Λέων έγνεψε με ταπεινότητα και ήπιε μια γουλιά, τιμώντας τον οικοδεσπότη. Μετά ο Νικήτας στράφηκε στον Γεώργιο, που καθόταν δίπλα στον Δημήτριο.

— Και αυτό, είπε ξαναγεμίζοντας το ποτήρι, είναι για τον Γεώργιο. Παιδί μου, δεν ξέρω από ποια γη κρατά η ρίζα σου αλλά από απόψε η ρίζα σου είναι εδώ, στα δικά μας χώματα. Σ' ευχαριστώ που έγινες ο αδερφός που ο γιος μου χρειάστηκε στην ερημιά. Όσο αυτό το σπίτι έχει στέγη, εσύ θα έχεις πάντα μια θέση στο τραπέζι και μια ζεστή γωνιά στη φωτιά μας.

Ο Γεώργιος ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Σήκωσε το ποτήρι του.

— Καπετάνιο, είπε με τρεμάμενη φωνή, σε όλο τον κόσμο έψαξα ένα μέρος να σταθώ. Μόνο απόψε ένιωσα πως τα πόδια μου πατούν σε στέρεο χώμα. Σου δίνω τον λόγο μου, όσο τα χέρια μου μπορούν να κρατούν το σφυρί, θα χτίζω για τούτη την πόλη και για το σπίτι σας σαν να ήταν δικά μου. Σας ευχαριστώ που με κάνατε ξανά άνθρωπο.

Ήπιε μια γουλιά, και το κρασί του φάνηκε πιο γλυκό από κάθε άλλη φορά.

Ο Δημήτριος έκοψε μια μπουκιά από το ζεστό προπύρι. Η μυρωδιά του προζυμιού και του καμένου ξύλου από τον φούρνο τον έκανε να κλείσει τα μάτια. Για μια στιγμή, η άμμος της ερήμου και οι πέτρινες φυλακές έσβησαν. Ήταν πάλι το μικρό παιδί που περίμενε τη μάνα του να βγάλει το πρώτο ψωμί από τη φωτιά.

Καθώς άρχισαν να τρώνε, η ησυχία της νύχτας διακόπηκε από τις ερωτήσεις των κοριτσιών. Η Θεανώ και η Ελένη με τα μάτια ολάνοιχτα, κοίταζαν τον Δημήτριο.

— Πες μας, αδερφέ, ρώτησε η Θεανώ, είναι αλήθεια πως εκεί στη Βαγδάτη έχουν σπίτια γεμάτα μόνο με βιβλία; Πως οι άνθρωποι διαβάζουν τ' αστέρια σαν να είναι χάρτες;

Ο Δημήτριος χαμογέλασε.

— Είναι αλήθεια, αδερφή μου. Αλλά το πιο μεγάλο θαύμα δεν ήταν τα βιβλία. Ήταν πως εκεί, μέσα στη σκλαβιά, μάθαμε πως η αληθινή πατρίδα του ανθρώπου είναι η γνώση και η φιλία. Κι ο Γεώργιος μου έμαθε πως ακόμα και στην άμμο, αν έχεις θάρρος, μπορείς να φυτέψεις ελπίδα και να ανθίσει.

Καθώς το κρασί ζέσταινε τις καρδιές, ο Δημήτριος ακούμπησε το χέρι του στο χέρι του πατέρα του.

— Πατέρα, ψιθύρισε, τη νύχτα που μας χώρισαν οι πειρατές, πώς κατάφερες να βγεις στη στεριά; Όλοι έλεγαν πως η θάλασσα δεν άφησε κανέναν ζωντανό.

Ο Νικήτας άφησε το ποτήρι του. Το βλέμμα του χάθηκε μακριά, πέρα από τα τείχη, εκεί που τα κύματα χτυπούσαν τους βράχους.

— Ήταν η νύχτα που ο ουρανός και η θάλασσα έγιναν ένα μαύρο θηρίο, άρχισε να λέει με φωνή χαμηλή. Όταν το πλοίο μας άρχισε να βυθίζεται προσπάθησα να σε φτάσω. Δεν τα κατάφερα. Το κύμα με παρέσυρε στην άβυσσο.

Η κυρά-Ζωή σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, σαν να ξαναζούσε τον τρόμο εκείνης της νύχτας.

— Βυθιζόμουν στο κρύο σκοτάδι, συνέχισε ο Νικήτας. Το βάρος των βρεγμένων ρούχων με τραβούσε στον πάτο. Μα τότε, μέσα στη θολούρα του νερού, σε είδα παιδί μου. Δεν μπορούσα να σ' αφήσω να χαθείς χωρίς να ξέρω αν ζεις. Με μια δύναμη που δεν ήταν δική μου, άρχισα να χτυπάω τα χέρια μου. Βγήκα στην επιφάνεια και γύρω μου υπήρχαν μόνο συντρίμμια και αφροί. Εσύ, πουθενά! Γαντζώθηκα πάνω σε ένα σπασμένο κατάρτι, το ίδιο κατάρτι που λίγες ώρες πριν κρατούσε τα πανιά μας. Όλη τη νύχτα πάλευα με τα στοιχειά. Η αλμύρα μου έκαιγε τις πληγές και το κρύο μου πάγωνε το σώμα. Κάθε φορά που τα μάτια μου έκλειναν από την εξάντληση, άκουγα τη φωνή της μάνας σου να με φωνάζει από την ακτή. Όταν ξημέρωσε, το κύμα με πέταξε μισοπεθαμένο στην αμμουδιά. Με βρήκαν κάποιοι ψαράδες, θαμμένο στην άμμο και στα φύκια. Με γύρισαν στο σπίτι αλλά για μήνες το σώμα μου ήταν εδώ και η ψυχή μου έψαχνε ακόμα στον βυθό. Εκείνη τη νύχτα, Δημήτριε, δε σώθηκα. Καταδικάστηκα να ζω με τις τύψεις που δεν σε κράτησα. Μέχρι σήμερα, που σε ξαναβρήκα.

— Καπετάν Νικήτα, άρχισε ο Λέων, θέλοντας να επαναφέρει το χαρούμενο κλίμα, η επιστροφή του Δημητρίου είναι ένα θαύμα αλλά ο Αυτοκράτορας με έστειλε στη Θεσσαλονίκη για να κάνουμε κι άλλα θαύματα, αυτή τη φορά με τα ίδια μας τα χέρια. Η Θεσσαλονίκη κινδυνεύει, η πόλη πρέπει να γίνει το απόρθητο κάστρο της Δύσης.

Ο Νικήτας άκουγε προσεκτικά, νιώθοντας πως η κουβέντα περνούσε πια από την καρδιά στο καθήκον.

— Ο Θεόφιλος μου ανέθεσε μια βαριά αποστολή, συνέχισε ο Λέων. Πρώτα από όλα, την επιδιόρθωση και την ενίσχυση των τειχών. Οι καιροί είναι ταραγμένοι και η θάλασσα, που τόσο αγαπάς, φέρνει συχνά εχθρούς. Πρέπει να οχυρώσουμε την πόλη με νέους πύργους και πιο γερά θεμέλια. Αλλά τα τείχη από πέτρα δεν φτάνουν.

Έδειξε με το χέρι του τον Δημήτριο και τον Γεώργιο.

— Χρειαζόμαστε και τείχη πνευματικά. Θα ιδρύσουμε εδώ ένα ορφανοτροφείο όπου τα παιδιά θα μαθαίνουν μαθηματικά, αστρονομία και μηχανική. Ο Δημήτριος θα διδάξει τη σοφία που έφερε από τη Βαγδάτη και την Βασιλεύουσα και ο Γεώργιος θα αναλάβει να καθοδηγήσει τους τεχνίτες. Θέλουμε η Θεσσαλονίκη να μη φοβάται το σκοτάδι.

— Σεβασμιότατε, αυτά που λες είναι μεγάλα έργα, είπε με θαυμασμό ο καπετάν Νικήτας. Εγώ τη θάλασσα ξέρω, αλλά αν χρειαστεί να κουβαλήσω πέτρες για τα τείχη ή να χτίσω θρανία για τα παιδιά, θα είμαι ο πρώτος.

— Θα χρειαστεί κι αυτό, καπετάνιε, χαμογέλασε ο Λέων. Θα χρειαστούμε και την εμπειρία σου. Εσύ ξέρεις πώς παλεύει κανείς με τα κύματα. Εμείς θα μάθουμε στην πόλη πώς να παλεύει με τον κίνδυνο. Ο Θεόφιλος πιστεύει πως η γνώση είναι το πιο δυνατό όπλο της Αυτοκρατορίας. Και αυτοί εδώ οι νέοι, είναι οι πρώτοι στρατιώτες αυτής της νέας εποχής.

Ο Δημήτριος κοίταξε τον Γεώργιο. Η υπόσχεση που είχαν δώσει στις φυλακές της Βαγδάτης, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο, άρχιζε να παίρνει σάρκα και οστά στην ίδια τους την αυλή.

Ο Λέων χαμήλωσε τη φωνή του και χαμογέλασε με νόημα.

— Σεβασμιότατε, είπε ο Γεώργιος με φωνή σταθερή, θα δουλεύω μέρα και νύχτα. Θα πελεκήσω τις πέτρες μία-μία με τα χέρια μου. Θα φτιάξω το πιο γερό σπιτικό που έγινε ποτέ, για να μη νιώσει κανένα παιδί ξανά τον φόβο που νιώσαμε εμείς.

Ο καπετάν Νικήτας χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι με ενθουσιασμό.

— Και το καινούριο μου καράβι, ο «Άγιος Δημήτριος», θα είναι έτοιμο, Σεβασμιότατε! Θα το αρματώσω με τα καλύτερα πανιά. Θα φέρουμε όποιο παιδί έχει ανάγκη για να γεμίσει η πόλη μας με ζωή.

Ο Μητροπολίτης Λέων, ακούγοντάς τους, ένιωσε βαθιά ικανοποίηση. Το σχέδιό του είχε ήδη αρχίσει να καρπίζει στην καρδιά αυτής της οικογένειας.

Εκείνη τη νύχτα, ο Δημήτριος κατάλαβε κάτι σημαντικό. Η «πνευματική πνοή» δεν ήταν μόνο ο αέρας στις μηχανές, ήταν η αγάπη της οικογένειας που τον κράτησε ζωντανό. Οραματίστηκε το ορφανοτροφείο που θα έχτιζαν με τον Λέοντα και τον Γεώργιο. Ένα καταφύγιο όπου οι αδελφές του θα πρόσφεραν τη στοργή που εκείνος στερήθηκε, ενώ ο ίδιος και ο Γεώργιος θα όπλιζαν τις ψυχές των παιδιών με τη γνώση για να χτίσουν το μέλλον τους.

*ο προπύρι (ή προπύρα) είναι ένα παραδοσιακό, χειροποίητο ψωμί που συνηθίζεται πολύ στα νησιά και στις παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Το όνομά του προέρχεται από το γεγονός ότι μπαίνει στον ξυλόφουρνο «προ του πυρός», δηλαδή πριν καεί τελείως η φωτιά και μπουν τα μεγάλα καρβέλια του σπιτιού.

Είναι το ψωμί της βιασύνης και της χαράς. Επειδή ψήνεται γρήγορα (μοιάζει λίγο με παχιά λαγάνα), ήταν το πρώτο πράγμα που έβγαζαν από τον φούρνο για να φάνε τα παιδιά ή οι καλεσμένοι που μόλις είχαν φτάσει, όσο περίμεναν το κανονικό φαγητό.

Share