ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 - Οίκος της Σοφίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο
ΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
-Ο κόσμος είναι ένα ανοιχτό βιβλίο, Δημήτριε. Ακόμα κι αν όλες οι πόρτες κλείσουν, να θυμάσαι, πάντα θα υπάρχει ένα παράθυρο.
Τα λόγια του Μουχάμαντ ιμπν Μούσα ιμπν Σακίρ αντηχούσαν στ' αυτιά του νεαρού Έλληνα σκλάβου κάθε φορά που περνούσε το κατώφλι του Οίκου της Σοφίας, του λαμπρού «Bayt al-Hikma».
Μόλις έμπαινε στο εσωτερικό, τον τύλιγαν οι λεπτές μυρωδιές του μελανιού, το τρίξιμο των καλαμιών πάνω στην περγαμηνή και η κατανυκτική σιωπή των αιθουσών όπου στοιβαγμένα σε εκατοντάδες ξύλινα ράφια κοιμούνταν αιώνες σοφίας. Εκεί ανάμεσα σε χάρτες, αστρονομικά όργανα και χειρόγραφα που έλαμπαν σαν θησαυροί κάτω από το φως της λάμπας, ο Δημήτριος είχε βρει το δικό του μυστικό παράθυρο προς την ελευθερία.
-Δάσκαλε, εσύ δημιούργησες τον Οίκο της Σοφίας; ρώτησε διστακτικά, σχεδόν με δέος.
Ο Μουχάμαντ γέλασε.
-Ω! Όχι, παιδί μου! Ο δοξασμένος μας χαλίφης αλ-Μαμούν, γιος του ένδοξου χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ, ήταν εκείνος που το οραματίστηκε. Λένε πως μια νύχτα είδε σε όνειρο έναν άνδρα ροδοκόκκινο καλοφτιαγμένο, που έλαμπε σαν να στεκόταν ανάμεσα σε δυο κόσμους. Ήταν ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Ο χαλίφης τον ρώτησε:
-Τι είναι καλό;
-Ό, τι συμφωνεί με τη λογική, απάντησε ο Αριστοτέλης.
-Και τι άλλο; ρώτησε ο χαλίφης.
-΄Ο, τι συμφωνεί με το θείο νόμο.
-Και πέρα απ' αυτά;
-Τίποτε άλλο, του είπε ο Αριστοτέλης και η μορφή του χάθηκε σαν σε πρωινή ομίχλη.
Από εκείνη τη νύχτα ο αλ Μαμούν ορκίστηκε να συγκεντρώσει όλη τη σοφία της οικουμένης. Έχτισε εδώ στη Βαγδάτη, μέσα στις πύλες, έναν τόπο όπου βιβλία, επιστήμες, και λαοί θα συναντιούνταν όπως οι μεγάλοι ποταμοί που όλοι συναντιούνται στη θάλασσα.
Ο Δημήτριος ένιωσε το στήθος του να φουσκώνει.
-Δηλαδή, εδώ έρχονται λόγιοι από όλα τα μέρη του κόσμου;
-Από κάθε άκρη της γης. Από την Αλεξάνδρεια και την Ινδία, την Περσία και την Κωνσταντινούπολη. Εδώ μεταφράζουμε ό, τι έχει απομείνει από τα έργα των Ελλήνων, των Ινδών, των Περσών. Η σοφία δεν έχει πατρίδα.
-Και πώς μπόρεσε ο χαλίφης να συγκεντρώσει τόσα βιβλία; ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Δημήτριος.
-Αυτό είναι μια ιστορία από μόνη της. Και ίσως η πιο όμορφη απ' όλες.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να βουτούσε στη θάλασσα της μνήμης του.
-Ήταν τότε που ο χαλίφης είχε νικήσει τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο. Κι ενώ θα περίμενε κανείς να ζητήσει χρυσό ή γη, εκείνος ζήτησε κάτι πολύ πιο παράξενο και πολύ πιο πολύτιμο. Ζήτησε βιβλία, βιβλία που κοιμούνταν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών, σε παλάτια, σε αρχεία σοφών. Στην αρχή ο Θεόφιλος θύμωσε, να του πάρουν τη γνώση; Μα έπειτα κατάλαβε. Και συμφώνησε.
Το βλέμμα του Μουχάμαντ σκοτείνιασε για μια στιγμή, σαν να αντίκριζε το παρελθόν μπροστά του.
-Έτσι, ο χαλίφης έστειλε ανθρώπους του στη Βασιλεύουσα, λόγιους που ήξεραν να ξεχωρίζουν το αληθινό μαργαριτάρι από το ψεύτικο. Αυτοί έψαξαν σε υγρά υπόγεια, σε ράφια σκονισμένα, σε κλειδωμένα σεντούκια. Και όσα βιβλία βρήκαν τα έφεραν εδώ, στον αλ-Μαμούν.
Έδειξε με το χέρι του το γύρω οικοδόμημα, σαν να ένιωθε τον εαυτό του κομμάτι του.
-Τότε γεννήθηκε ο Οίκος της Σοφίας με μεταφραστές από όλη την Ανατολή κι από τον δικό σου κόσμο, Σύριοι, Πέρσες, Έλληνες, άνθρωποι που είχαν μαθητεύσει στην Αλεξάνδρεια, στην Αντιόχεια, στην Κωνσταντινούπολη. Η γλώσσα τους ήταν διαφορετική, όμως η αναζήτηση της γνώσης ήταν κοινή. Μετέφρασαν τα έργα των παλιών σοφών, ιατρική, μαθηματικά, αστρονομία, γεωγραφία, ζωολογία, φιλοσοφία, ό, τι θησαυρό είχε αφήσει ο άνθρωπος πίσω του.
Ο Δημήτριος άκουγε χωρίς να ανασαίνει. Κάθε λέξη ήταν σαν σπίθα που άναβε μέσα του.
Και τότε συνειδητοποίησε πόσο τυχερός υπήρξε μέσα στην ατυχία του. Αν η ζωή τον είχε φέρει αλλού, ίσως να σάπιζε σε κάποιο λατομείο ή σε αμπάρια καραβιών. Εδώ όμως, εδώ ο κόσμος άνοιγε μπροστά του σαν ένας απέραντος ουρανός γεμάτος αστερισμούς.
Πολύ γρήγορα έμαθε να χειρίζεται άριστα τον αστρολάβο, να εντοπίζει τις πορείες των άστρων, να χαράζει χάρτες. Η ελληνική παιδεία που πίστευε πως είχε ξεθωριάσει μέσα στη βρωμιά των πειρατών, τώρα φώτιζε τον δρόμο του. Διάβαζε χειρόγραφα του Πτολεμαίου, του Ευκλείδη, του Αριστοτέλη. Τα καταλάβαινε. Τα μετέφραζε. Συνομιλούσε με ανθρώπους που είχαν πεθάνει αιώνες πριν.
Κι όμως, κάτω από τον θαυμασμό του, σαν σκοτεινή γραμμή στον ορίζοντα, υπήρχε πάντα η σκλαβιά.
Η καλοσύνη του Μουχάμαντ ήταν σχεδόν πατρική. Μα η αλυσίδα δεν χρειαζόταν να είναι σιδερένια για να βαραίνει έναν άνθρωπο. Μερικές φορές την ξεχνούσε και νόμιζε πως είχε γίνει κι αυτός ένας από τους μαθητές της Βαγδάτης. Άλλοτε πάλι, μια αθώα κίνηση, μια λέξη, το βλέμμα ενός άλλου υπηρέτη και αισθανόταν ξανά την αόρατη θηλιά γύρω από τον λαιμό του.
Τα βράδια, όταν ο άνεμος φυσούσε από τα δυτικά, ο Δημήτριος φανταζόταν πως έφερνε γνώριμες μυρωδιές από τη Θεσσαλονίκη, από αλάτι, ψάρια, ψωμί από τους φούρνους της Μέσης οδού. Ήταν δυνατόν οι δικοί του να μην ξέρουν αν ζει; Θα πίστευαν σίγουρα ότι είχε πνιγεί.
Ο Μουχάμαντ τον παρατηρούσε συχνά όσο δούλευε. Έβλεπε την επιμέλεια, τη δίψα αλλά και μια λύπη βαθιά, που δεν περνούσε με τον χρόνο.
Ένα βράδυ, ενώ η Βαγδάτη φωτιζόταν από τα λυχνάρια και ο ουρανός ήταν καθαρός σαν διάφανο γυαλί, ο Μουχάμαντ τον πλησίασε στην ταράτσα του Οίκου της Σοφίας. Ο Δημήτριος είχε στηρίξει τον αστρολάβο του στον χαμηλό τοίχο και σημείωνε υπομονετικά τις παρατηρήσεις του.
-Σκέφτεσαι την πατρίδα σου; ρώτησε ο Μουχάμαντ χωρίς να τον κοιτάζει.
Ο Δημήτριος ταράχτηκε. Τα δάχτυλά του πάγωσαν πάνω στο κερωμένο πινακίδιο.
-Πάντα, κύριέ μου, απάντησε χαμηλόφωνα.
Ο Μουχάμαντ έγνεψε αργά, σαν να το περίμενε.
-Η γνώση μπορεί να ελευθερώσει έναν άνθρωπο, αλλά δεν αρκεί για να του δώσει πίσω την οικογένειά του.
Ο Δημήτριος σήκωσε το βλέμμα. Στην έκφραση του δασκάλου του δεν υπήρχε αυστηρότητα, μόνο κατανόηση.
-Μου έχετε φερθεί καλύτερα απ' ό, τι άξιζε σε έναν σκλάβο, είπε ο Δημήτριος. Η φωνή του ράγισε.
Ο άνδρας χαμογέλασε πικρά.
-Δεν είσαι σκλάβος επειδή το γράφει ένα χαρτί, παιδί μου. Σκλάβος είναι όποιος νομίζει ότι δεν έχει δρόμο μπροστά του. Εσύ έχεις. Μακρύτερο, πλατύτερο απ' όσο νομίζεις.
Σώπασαν για λίγο. Από κάτω, τα σοκάκια της Βαγδάτης έσφυζαν από φωνές, αρώματα, ζωντάνια. Ήταν ένας κόσμος που ο Δημήτριος είχε αρχίσει να αγαπά. Κι όμως δεν ήταν δικός του.
-Κύριε, πιστεύεις ότι κάποια μέρα θα μπορέσω να είμαι ελεύθερος;
-Η ελευθερία, Δημήτριε, έχει πολλές μορφές. Εσύ έχεις ένα ελεύθερο μυαλό και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Όσο για το σώμα, οι δρόμοι του Αλλάχ είναι ανεξερεύνητοι. Εργάσου σκληρά, μάθε, και ίσως η γνώση σου να γίνει το κλειδί σου.
Ο Δημήτριος έμεινε μόνος. Ο άνεμος της νύχτας χάιδευε τα μαλλιά του και το φεγγάρι ανέβαινε πάνω από τους τρούλους της Βαγδάτης. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, μια σπίθα ελπίδας άναψε μέσα του. Ίσως, ίσως μια μέρα, κάτι να άλλαζε. Ίσως ο δρόμος πίσω για τη Θεσσαλονίκη να μην ήταν πια τόσο μακρινός.
Η ζωή στον Οίκο της Σοφίας κυλούσε με ακρίβεια σαν τις μετρήσεις του αστρολάβου. Κάθε μέρα είχε τη θέση της, κάθε άνθρωπος τον ρόλο του. Όλα υφαίνονταν σε έναν ιστό γνώσης που δεν σταματούσε ποτέ να απλώνεται.
Ένα πρωινό όμως, ο Δημήτριος ένιωσε τον ιστό αυτό να τρέμει. Ο Μουχάμαντ τον κάλεσε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του, εκεί όπου φυλασσόταν ό, τι δεν προοριζόταν για πολλά μάτια. Πάνω στο τραπέζι βρισκόταν ένα κουτί από κέδρο, σκαλισμένο με λεπτά αστέρια και καμπύλες που θύμιζαν τις τροχιές των πλανητών. Μια ανεπαίσθητη μυρωδιά ρητίνης σκορπούσε τριγύρω. Ο Μουχάμαντ άνοιξε το κουτί σαν να ξεκλείδωνε μυστικό. Από μέσα έβγαλε έναν φθαρμένο πάπυρο. Τον ξετύλιξε επάνω στο τραπέζι με την προσοχή ανθρώπου που κρατάει στα χέρια του κάτι ζωντανό.
-Δημήτριε, είπε σιγανά. Αυτό έφτασε πριν λίγο καιρό από την Αλεξάνδρεια. Κανείς δεν κατάφερε να το διαβάσει. Είναι γραμμένο σε μια πολύ παλιά ελληνική διάλεκτο. Κοίτα! Έχει σύμβολα, κενά, σημάδια του χρόνου. Πιστεύω πως εσύ ίσως, είσαι ο μόνος που μπορεί να το κατανοήσει.
Η καρδιά του Δημήτριου φτερούγισε. Τα δάχτυλά του άγγιξαν δειλά το άκρο του παπύρου, σαν να φοβόταν μήπως διαλυθεί.
-Έχει σχέση με αστρονομία; ρώτησε ψιθυριστά.
Ο Μουχάμαντ έγνευσε αργά.
-Ναι. Μερικοί υποψιάζονται ότι περιέχει θεωρίες του Αρίσταρχου από τη Σάμο. Ο Αρίσταρχος ήταν ο πρώτος που μίλησε για την κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο. Αν αυτός ο πάπυρος το επιβεβαιώνει, τότε κρατάμε έναν θησαυρό ανεκτίμητο. Θέλω να το μεταφράσεις εσύ.
Η αίθουσα φάνηκε να μικραίνει γύρω του. Ο Δημήτριος ένιωσε το βάρος της ευθύνης να πέφτει στους ώμους του. Η περιέργειά του, όμως , η παλιά, παιδική, φλογερή περιέργεια, άναψε σαν δάδα. Τον καλούσε.
Ήξερε πως, αν αποτύγχανε, δεν θα ήταν μόνο μια αποτυχία δική του, θα πλήγωνε τον Μουχάμαντ, θα τον γελοιοποιούσαν οι λόγιοι, ίσως να έχανε ό, τι είχε αρχίσει να χτίζει. Αλλά αν πετύχαινε! Ίσως να έλυνε έναν γρίφο που είχε μείνει άλυτος επί αιώνες. Και έτσι, με το φως να πέφτει πάνω στο τραπέζι και να φωτίζει τον κιτρινισμένο πάπυρο, ο Δημήτριος κατάλαβε πως το ταξίδι του, το πραγματικό, μόλις άρχιζε.
Η είδηση μεταδόθηκε γρήγορα, σπίθα σε χόρτο ξερό. Πριν καλά καλά φτάσει ο Δημήτριος στην αίθουσα των μεταφράσεων τα βλέμματα είχαν ήδη στραφεί επάνω του, άλλα ψυχρά, άλλα ειρωνικά κι άλλα αδιάφορα σαν να κοιτούσαν ένα εργαλείο, ένα γρανάζι μιας μηχανής
Ο Αμπού Ζάιντ, με βλέμμα γεμάτο
περηφάνια παρά σοφία είπε με φωνή που έσταζε δηλητήριο:
-Θα εμπιστευτούμε έναν σκλάβο
για κάτι τέτοιο;
Κάποιοι γέλασαν σιγανά. Ένας άλλος
μεταφραστής, μικρόσωμος αλλά με γλώσσα κοφτερή, πρόσθεσε:
-Δεν ξέρει καλά-καλά αραβικά. Θα του
δώσουμε να μεταφράσει αρχαίους Έλληνες;
Ο Δημήτριος ένιωσε το πρόσωπό του να κοκκινίζει από τη ντροπή και την αδικία. Δεν είπε τίποτα. Μόνο έσφιξε τα χείλη και κατέβασε τα μάτια, όπως τον είχαν μάθει να κάνει από τότε που έγινε σκλάβος.
Δίπλα του ο Γεώργιος πάγωσε. Το χέρι του έπιασε τη λαβή του ξίφους του. Ένα μόνο υποτιμητικό σχόλιο ακόμη και το αίμα του Έλληνα θα φούντωνε επικίνδυνα. Όμως έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, με την ανάσα του κοφτή.
Τότε ακούστηκε η φωνή του Μουχάμεντ, ήρεμη, σταθερή.
-Η γνώση, είπε, δεν ανήκει ούτε σε ελεύθερους ούτε σε
σκλάβους.
Κοίταξε έναν-έναν τους άνδρες στην αίθουσα.
-Αν ο Δημήτριος αποτύχει, η αποτυχία θα είναι δική του. Αν όμως πετύχει η δόξα
θα ανήκει σε όλους μας.
Η φράση του έπεσε σαν βότσαλο σε ήρεμη λίμνη. Κύματα κύματα οι ψίθυροι κόπασαν. Ο Αμπού Ζάιντ κατέβασε τα μάτια, χωρίς όμως να χάσει το πείσμα του. Ο Γεώργιος έγειρε ανεπαίσθητα προς τον Δημήτριο, ήθελε να τον στηρίξει.
Ο νεαρός Έλληνας ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν είχε μάθει να τον υπερασπίζονται. Δεν είχε μάθει καν να μιλούν για εκείνον μπροστά σε δασκάλους και σοφούς. Έσκυψε το κεφάλι.
—Σε ευχαριστώ, δάσκαλε, ψιθύρισε με δυσκολία στα αραβικά
Τις επόμενες βδομάδες ο Δημήτριος ζούσε με το χειρόγραφο. Τη μέρα έσκυβε πάνω από τον κιτρινισμένο πάπυρο, μεταφράζοντας αργά, προσεκτικά, λέξη προς λέξη λες και μάζευε ψίχουλα από ένα πανάρχαιο τραπέζι. Τη νύχτα ανέβαινε με τον Γεώργιο στο παρατηρητήριο. Εκεί παρατηρώντας τον μαύρο γεμάτο φωτεινές τρύπες θόλο δοκίμαζε να επιβεβαιώσει τις θεωρίες με μετρήσεις.
-Βλέπεις, έλεγε δείχνοντας με τον αστρολάβο. Αν καταλαβαίνω σωστά αυτό που γράφει τότε η γη κινείται γύρω από τον ήλιο. Όχι το αντίστροφο.
Ο Γεώργιος
παρατηρούσε, μετρώντας σκιές και γωνίες
έχοντας μάθει αρκετά μαθηματικά ώστε να κατανοεί και να θαυμάζει.
-Αδελφέ, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, είπε κάποια στιγμή με σιγανή, ζεστή φωνή.
Μα ξέρω πως θα σε γράψει η ιστορία.
Ο Δημήτριος χαμογέλασε για τα αισιόδοξα λόγια του φίλου του. Μέσα του όμως φώλιαζε ο φόβος. Τι θα γινόταν αν αυτές οι ιδέες θεωρούνταν επικίνδυνες; Τι θα γινόταν αν η αλήθεια έπεφτε σε αυτιά που δεν ήθελαν να ακούσουν;
Ένα βράδυ αναλύοντας ένα από τα αποσπάσματα που είχαν διασωθεί, ανακάλυψε μία φράση:
«Η σφαίρα κινείται περί τον λύχνον, όχι ο λύχνος περί την σφαίραν»
Η φράση ήταν αποκάλυψη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Μιλούσε για τον Ήλιο ως κέντρο, για τη Γη ως περιπλανώμενη σφαίρα γύρω του.
Με τον πάπυρο στο χέρι, σχεδόν τρέχοντας σαν να κρατούσε φωτιά μέσα στις παλάμες του, έτρεξε στον Μουχάμαντ. Ο σοφός κοίταξε το κείμενο χωρίς να μιλά. Τέλος, είπε:
-Αν αυτό αποδειχθεί, Δημήτριε, θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε το σύμπαν.
Και με χαμηλότερη, προειδοποιητική
φωνή:
-Να θυμάσαι κάτι, και κράτησέ το καλά μέσα σου. Δεν είναι όλοι έτοιμοι να
δεχθούν τέτοιες αλήθειες.
Δεν άργησε να φανεί πόσο δίκιο είχε. Η φήμη άρχισε να κυκλοφορεί. Μερικοί λόγιοι ψιθύριζαν πως ο νεαρός σκλάβος φέρνει αιρετικές ιδέες. Άλλοι τον κατηγορούσαν πως πλαστογραφεί, πως ψάχνει τρόπο να ανέβει ψηλότερα απ' όσο του επιτρέπεται.
Ένας τόλμησε να μπει κρυφά στο δωμάτιο του Μουχάμαντ για να κλέψει το χειρόγραφο. Βρήκε όμως τον Γεώργιο να τον περιμένει στη σκιά. Με μια κίνηση τον ακινητοποίησε και τον παρέδωσε στους φρουρούς.
Ο Δημήτριος άρχισε να καταλαβαίνει πως αυτό που είχε αναλάβει δεν ήταν απλώς έργο επιστημονικό. Ήταν πράξη επικίνδυνη. Πράξη πολιτική.
Μια νύχτα, οι δυο τους, στάθηκαν πάλι στο παρατηρητήριο. Ο άνεμος φύσαγε ανάμεσα στις κολώνες, τα άστρα έλαμπαν ατάραχα, αδιάφορα για τους φόβους των ανθρώπων.
-Αν το τελειώσω, είπε ο Δημήτριος, με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό ίσως αποκτήσω φήμη, ίσως κερδίσω την ελευθερία μου. Έκανε μια παύση. Αλλά μπορεί να γίνω και στόχος.
Ο Γεώργιος ακούμπησε το χέρι στον ώμο του Δημήτριου. Η κίνηση ήταν απλή μα είχε μέσα της τη βεβαιότητα μιας υπόσχεσης.
-Θα σου πω κάτι που άκουσα πριν λίγες μέρες στον Οίκο της Σοφίας, είπε χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν μήπως τους ακούσει κάποιος.. Ξέρεις τον Γιουχάνα ιμπν Μασαουάι.
-Φυσικά. Είναι ο προσωπικός γιατρός του χαλίφη αλ-Μαμούν.
Ο Γεώργιος έγνεψε.
-Ναι, αυτός. Τον άκουσα να διαμαρτύρεται μπροστά σε έναν άλλον λόγιο. Ο χαλίφης
τού απαγόρευσε, λέει, να κάνει ανατομή για ιατρικούς λόγους.
-Ανατομή; Και σε ποιον θα έκανε ανατομή;
Ο Γεώργιος καθυστέρησε μια στιγμή, σαν να έψαχνε λέξεις να συνεχίσει.
-Στον ίδιο του τον γιο. Εν ζωή. Επειδή, λέει, δεν ανταποκριίνονταν οι πνευματικές του ικανότητες στις προσδοκίες του Γιουχάνα.
Ο Δημήτριος ανατρίχιασε.
Ο φίλος του συνέχισε:
-Τον άκουσα να λέει: «Αν δεν είχε ανακατευτεί ο άρχοντας, αν δεν είχε παρέμβει σε κάτι που δεν τον
αφορά, θα είχα εκτελέσει ανατομή εν ζωή στο δικό μου γιο, όπως ο Γαληνός
ανέτεμνε ανθρώπους και πιθήκους. Έτσι θα έβρισκα τους λόγους της ηλιθιότητάς
του. Θα απάλλασσα τον κόσμο από το είδος του και θα πρόσφερα γνώση στους
ανθρώπους, γράφοντας για τη δομή του σώματός του, την πορεία των αρτηριών, των
φλεβών και των νεύρων του. Όμως ο άρχοντας το απαγόρευσε».»
-Τρομάζω μ'
αυτά που μου λες, ψιθύρισε. Ο ίδιος του
ο πατέρας; Τόση αγριότητα;
Στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας φοβισμένος τον φίλο του. Αναζητούσε μια απάντηση.
-Τι να κάνω, Γεώργιε;
Ο Γεώργιος τον κοίταξε όπως κοιτάζει κανείς άνθρωπο που αγαπά και θέλει να προστατεύσει.
-Εσύ γεννήθηκες για να κοιτάς τα άστρα. Αν δεν το κάνεις τότε η σκλαβιά σου δεν θα είναι στα δεσμά σου αλλά στην ψυχή σου. Προχώρα. Μη φοβάσαι. Εγώ θα είμαι δίπλα σου.
Ο Δημήτριος τον κοίταξε γεμάτος εμπιστοσύνη και ήρεμος έσκυψε ξανά πάνω στο χειρόγραφο.
Όμως όσο η
φήμη του δυνάμωνε τόσο δυνάμωναν και τα
μίση.
Ο Αμπού Ζάιντ, ο ζηλόφθονος μεταφραστής, στάλαζε δηλητήριο στα αυτιά όσων φοβούνταν τις
«επικίνδυνες ιδέες» του Έλληνα.
Ο Γεώργιος όμως στεκόταν πάντα στο πλευρό του , ακλόνητος, έτοιμος να
αντιμετωπίσει τις σκιές που πύκνωναν.
Ένα βράδυ, ενώ ο Δημήτριος μετέφραζε μια δύσκολη παράγραφο, η πόρτα της αίθουσας άνοιξε με κρότο. Δύο άνδρες μπήκαν μέσα, με τα πρόσωπα καλυμμένα. Ο ένας κρατούσε ένα μαχαίρι που γυάλιζε στο φως της λάμπας.
-Σκλάβε! βρόντηξε η φωνή του, τα χέρια σου μολύνουν τη γνώση του χαλιφάτου!
Ο Δημήτριος πάγωσε. Δεν είχε τίποτα με το οποίο θα μπορούσε να αμυνθεί, μόνο τα χαρτιά, τα βιβλία και μια προσευχή που δεν πρόλαβε να ειπωθεί. Ένα βήμα ακόμη κι όλα θα είχαν τελειώσει.
Τότε ακούστηκε μια κραυγή.
-Αγγίξτε τον και θα πεθάνετε!
Η φωνή ήταν γνωστή, γεμάτη οργή. Ο Γεώργιος. Είχε νιώσει τον κίνδυνο κι είχε τρέξει. Πριν ο πρώτος επιτεθεί, ο Γεώργιος τον άρπαξε από τον λαιμό και τον πέταξε πάνω στο τραπέζι. Ο δεύτερος όρμησε με το μαχαίρι υψωμένο. Μα ο Γεώργιος πρόλαβε να τραβήξει το ξίφος του από τη θήκη, μια λάμψη ατσαλιού, μια σύγκρουση, ένας πνιχτός αναστεναγμός. Ο ένας από τους επιτιθέμενους έπεσε βαριά τραυματισμένος στο πάτωμα. Ο άλλος, βλέποντας το αίμα να κυλά, το έβαλε στα πόδια και χάθηκε στους διαδρόμους.
Ο Δημήτριος τινάχτηκε προς τον φίλο του.
-Γεώργιε! είσαι καλά;
Ο Γεώργιος σκούπισε το ξίφος του στο ύφασμα ενός πεσμένου καλύμματος και πήρε μια κοφτή ανάσα.
-Καλά είμαι, είπε. Μα τώρα ξέρουμε.
Τα μάτια του σκοτείνιασαν.
-Δεν θα μείνουν πια στα λόγια. Θέλουν να σε σκοτώσουν, Δημήτριε.



