ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ 15- Ιερό Παλάτι

2026-02-12

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο

ΙΕΡΟ ΠΑΛΑΤΙ

Μετά από μια εβδομάδα γεμάτη αναζωογονητική ζάλη μέσα στους ασταμάτητους θορύβους και τις λαμπερές εικόνες της Βασιλεύουσας, η πρόσκληση έφτασε σαν κεραυνός. Ο αυτοκρατορικός μαντατοφόρος στεκόταν στην πύλη κρατώντας το σφραγισμένο με βούλα έγγραφο που θα άλλαζε τα πάντα. Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος καλούνταν στο Παλάτι. Θα αντίκριζαν ξανά τον "Εκλεκτό του Θεού", τον άνθρωπο που η θέλησή του κινούσε τον κόσμο. Υπήρχε άραγε άλλη επίγεια δύναμη που να συγκρίνεται με τη δική του; Παρόλο που τον είχαν ήδη συναντήσει, αυτή η επίσημη πρόσκληση ήταν διαφορετική. Ένιωθαν την καρδιά τους να σπαρταρά στο στήθος, έτοιμη να σπάσει σε χίλια κομμάτια.

Την καθορισμένη μέρα, ο Ιωάννης προπορευόταν με βήμα αρχοντικό και αγέρωχο. Η βαριά πορφύρα του χιτώνα του σερνόταν με ένα ελαφρύ θρόισμα πάνω στα μάρμαρα των διαδρόμων, που έλαμπαν σαν καθρέφτες. Πίσω του, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος προσπαθούσαν να κρατήσουν το βήμα τους σταθερό, παρόλο που τα γόνατά τους ήταν παράξενα αδύναμα, έτοιμα να λυγίσουν από την αγωνία μπροστά στο μεγαλείο που τους περίμενε.

Είχαν πλυθεί με νερό αρωματισμένο με μύρο και φορούσαν καινούργιους χιτώνες, υφασμένους από το εκλεκτότερο λινό και μετάξι της Πόλης. Μόλις το απαλό ύφασμα άγγιξε το δέρμα τους, ένιωσαν πως τίναξαν από πάνω τους οριστικά τη σκόνη της ερήμου και την αθλιότητα της αιχμαλωσίας. Δεν ήταν πια οι ταλαίπωροι φυγάδες. Ήταν οι επίσημοι προσκεκλημένοι ενός κόσμου που, ως τότε, φάνταζε στα μάτια τους τόσο μακρινός όσο τα άπιαστα αστέρια του ουρανού.

—Μη χαμηλώνετε το βλέμμα από φόβο, τους ψιθύρισε ο Ιωάννης καθώς διέσχιζαν τους λαμπρούς διαδρόμους. Ο Αυτοκράτορας δεν ζητά δούλους. Τέτοιους έχει αμέτρητους. Ζητά πνεύματα φωτεινά, ικανά να λαμπρύνουν τη βασιλεία του.

Μόλις έφτασαν στο τέλος του μεγάλου διαδρόμου, οι επίχρυσες θύρες άνοιξαν με έναν βαρύ ήχο που αντήχησε στις στοές. Οι δύο φίλοι ένιωσαν την ανάσα τους να κόβεται. Μπροστά τους ξεδιπλώθηκε ο περίφημος Χρυσοτρίκλινος, ένα αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα που δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο πάνω στη γη.

Το φως του μεσημεριού έπεφτε από τα ψηλά παράθυρα του θόλου και πολλαπλασιαζόταν πάνω στα χρυσά ψηφιδωτά των τοίχων, δημιουργώντας μια απόκοσμη λάμψη που πλημμύριζε το χώρο. Στο δάπεδο, πολύτιμα μάρμαρα σε σμαραγδένιες και ρόδινες αποχρώσεις σχημάτιζαν περίτεχνους λαβυρίνθους. Στο βάθος, πάνω στον υπερυψωμένο θρόνο, καθόταν ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος. Φορούσε τον αυτοκρατορικό λώρο, μια βαριά ταινία από χρυσό ύφασμα στολισμένη με μαργαριτάρια και ρουμπίνια που σπίθιζαν σε κάθε του κίνηση. Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό και το βλέμμα του τόσο διαπεραστικό, που ένιωθες ότι διάβαζε τις σκέψεις σου πριν καν τις πεις.

Πίσω από τον θρόνο ένα δέντρο από ατόφιο χρυσάφι υψωνόταν προς την οροφή, με κλαδιά τόσο λεπτοδουλεμένα που έμοιαζαν αληθινά. Πάνω τους εκατοντάδες χρυσά πουλιά είχαν τις φτερούγες τους ανοιχτές έτοιμα να πετάξουν. Και τότε ο Ιωάννης Γραμματικός έκανε ένα νεύμα. Ένας υπόκωφος ήχος γραναζιών ακούστηκε και το χρυσό δέντρο ζωντάνεψε. Τα πουλιά άρχισαν να κινούν τα ράμφη τους σκορπίζοντας στον χώρο κελαηδίσματα τόσο γλυκά και αληθινά, που ο Γεώργιος ένιωσε πως μεταφέρθηκε σε έναν παραδεισένιο κήπο.

Πριν προλάβουν να συνέλθουν από το θαύμα, ένας βαθύς βρυχηθμός έκανε το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια τους. Στις βάσεις του θρόνου, δύο πελώρια χρυσά λιοντάρια σηκώθηκαν αργά. Άνοιξαν διάπλατα τα στόματά τους και ένας βρυχηθμός τόσο δυνατός και αληθινός βγήκε από τα σωθικά τους, που ο Γεώργιος έκανε ένα βήμα πίσω, πιάνοντας ενστικτωδώς το χέρι του Δημητρίου. Τα λιοντάρια χτύπησαν με δύναμη τις μεταλλικές τους ουρές πάνω στο μάρμαρο, προκαλώντας δέος σε όποιον βρισκόταν στην αίθουσα.

Ο Δημήτριος δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τον Θεόφιλο. Ο Αυτοκράτορας παρέμενε απόλυτα ακίνητος. Ο θρόνος του άρχισε να υψώνεται αργά προς την οροφή, μέχρι που έμοιαζε να αιωρείται στον αέρα, ανάμεσα στα κελαηδίσματα των πουλιών και τους βρυχηθμούς των λεόντων. Ήταν μια συγκλονιστική επίδειξη ισχύος. Η ανθρώπινη μεγαλοφυΐα είχε κατορθώσει να ζωντανεύσει το μέταλλο, μετατρέποντας τον Χρυσοτρίκλινο σε ένα θέατρο όπου το αδύνατο γινόταν δυνατό. Για τον Δημήτριο, που είχε μελετήσει τα «Πνευματικά» του Ήρωνα του Αλεξανδρέως, αυτή ήταν η απόλυτη δικαίωση. Έβλεπε τις θεωρίες των αρχαίων σοφών να παίρνουν σάρκα και οστά μεταμορφώνοντας τη μηχανική σε αληθινό θαύμα.

— Μη φοβάστε, ψιθύρισε ο Ιωάννης. Είναι η φωνή της αυτοκρατορίας. Εδώ, η τέχνη του ανθρώπου υποτάσσει τη φύση για να τιμήσει τον Βασιλιά.

Ο θρόνος άρχισε να κατεβαίνει με την ίδια αργή, μεγαλοπρεπή κίνηση, μέχρι που σταμάτησε και πάλι στο δάπεδο. Η μουσική των πουλιών έσβησε γλυκά και τα λιοντάρια ησύχασαν, επιστρέφοντας στη χρυσή τους ακινησία. Μέσα στην ξαφνική σιωπή που πλημμύρισε τον Χρυσοτρίκλινο, η παρουσία του Αυτοκράτορα έμοιαζε ακόμα πιο επιβλητική.

Ο Θεόφιλος έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση και ο Ιωάννης Γραμματικός πλησίασε, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος παρέμειναν στη θέση τους. Ένιωθαν τα μάτια του Βασιλιά να τους περιεργάζονται με μια ματιά που δεν ήταν εχθρική αλλά γεμάτη ενδιαφέρον.

— Μεγαλειότατε, άρχισε ο Ιωάννης, σου παρουσιάζω τους δύο νέους που κατάφεραν να επιζήσουν στην έρημο και στην αιχμαλωσία. Δεν επέστρεψαν με άδεια χέρια. Φέρνουν μαζί τους όλες τις γνώσεις που συγκεντρώσαμε στη Βαγδάτη αλλά πάνω απ' όλα, φέρνουν την πίστη και την αγάπη τους για τη Βασιλεύουσα.»

Ο Θεόφιλος σηκώθηκε όρθιος. Η πορφύρα του κύλησε σαν ποτάμι στα σκαλιά του θρόνου. Έκανε μερικά βήματα προς το μέρος τους και η φωνή του αντήχησε καθαρή χωρίς την αυστηρότητα που περίμεναν.

— Είδατε λοιπόν τα θαύματα των Αράβων, είπε ο Αυτοκράτορας, με το βλέμμα του καρφωμένο στον Δημήτριο. Είδατε τα βιβλία τους και τις μηχανές τους. Πες μου, Δημήτριε, εσύ που μελέτησες τον Ήρωνα και τον Ευκλείδη, τι είναι αυτό που κάνει μια αυτοκρατορία να αντέχει στον χρόνο; Είναι ο χρυσός που στολίζει αυτούς τους τοίχους, οι δίκαιοι νόμοι ή μήπως υπάρχει κάτι βαθύτερο, ένα θεμέλιο αόρατο, που χωρίς αυτό όλα τα άλλα είναι απλώς σκόνη στον άνεμο;

Ο Δημήτριος πήρε μια βαθιά ανάσα. Η καρδιά του είχε σταματήσει να τρέμει. Τώρα ένιωθε τη φλόγα της γνώσης να τον ζεσταίνει.

— Μεγαλειότατε, απάντησε με σταθερή φωνή, ο χρυσός είναι το πολύτιμο ρούχο που φορά η δύναμη αλλά οι δίκαιοι νόμοι και η γνώση είναι η σπονδυλική της στήλη. Μια αυτοκρατορία αντέχει όσο οι σοφοί της συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και οι άρχοντές της προστατεύουν αυτή την αναζήτηση. Μεγαλειότατε, ο χρυσός είναι μονάχα το πολύτιμο ένδυμα που φορά η δύναμη. Γιατί χωρίς σπονδυλική στήλη, Βασιλιά μου, ακόμα και το πιο ακριβό ρούχο καταλήγει να σέρνεται στο χώμα.

—Είπες μια μεγάλη αλήθεια, Δημήτριε, είπε ο Θεόφιλος, και η φωνή του ακούστηκε τώρα πιο ζεστή. Τα χρυσά δέντρα και οι βρυχηθμοί είναι για να θαμπώνουν τα μάτια των ξένων. Όμως οι νόμοι και το πνεύμα, η γνώση που φέρατε μαζί σας είναι το πραγματικό θεμέλιο της δόξας μας. Ο Ιωάννης μου είπε πως στη Βαγδάτη σας πρόσφεραν πλούτη για να μείνετε. Γιατί διαλέξατε να γυρίσετε;

Ο Δημήτριος κοίταξε τον Γεώργιο, πήρε δύναμη από το βλέμμα του, και μετά στράφηκε ξανά στον Αυτοκράτορα.

— Μεγαλειότατε, στη Βαγδάτη ήμασταν καλεσμένοι σε ένα ξένο σπίτι. Εδώ, είμαστε τα παιδιά που γύρισαν στη μάνα τους. Η γνώση δεν έχει αξία αν δεν μπορείς να τη μοιραστείς με εκείνους που μιλούν την ίδια γλώσσα και προσεύχονται στον ίδιο Θεό.

Ο Θεόφιλος έμεινε για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας τον νεαρό άντρα στα μάτια. Έπειτα, γύρισε στον Γεώργιο.

— Και εσύ, που τα χέρια σου ξέρουν να δαμάζουν το ξύλο και το σίδερο, είδες τα λιοντάρια μου. Πίστεψες πως ήταν ζωντανά;

— Για μια στιγμή, Μεγαλειότατε, τα μάτια μου το πίστεψαν, απάντησε ο Γεώργιος με την ειλικρίνεια του απλού ανθρώπου. Μα το μυαλό μου θαύμασε τον τεχνίτη που κατάφερε να δώσει πνοή στο μέταλλο. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα, ότι η γνώση μπορεί να μετατρέψει τον φόβο σε θαυμασμό.

Ο Θεόφιλος κατέβηκε αργά τα μαρμάρινα σκαλιά και στάθηκε μπροστά τους, σβήνοντας την απόσταση που χωρίζει έναν ηγεμόνα από τους υπηκόους του.

— Τότε, σας δίνω την ευκαιρία να το αποδείξετε στην πράξη, είπε με φωνή γεμάτη αποφασιστικότητα. Δημήτριε, θα εργαστείς στο πλευρό του Λέοντα του Μαθηματικού. Θέλω κάθε χειρόγραφο που φέρατε μαζί σας να αντιγραφεί, να μελετηθεί, να σχολιαστεί, ώστε η γνώση αυτή να φτάσει σε όλες τις σχολές της Πόλης. Και εσύ, Γεώργιε, είδα με τι πάθος παρατηρούσες τους μηχανισμούς των λιονταριών. Θα αναλάβεις θέση στα αυτοκρατορικά εργαστήρια. Θέλω με το ταλέντο σου να σχεδιάσεις νέα πλοία για τον στόλο μας και να κάνεις τα τείχη μας ακόμα πιο δυνατά.

Έπειτα, στράφηκε στον Ιωάννη Γραμματικό.

— Ιωάννη, τους εμπιστεύομαι σε σένα. Φρόντισε να έχουν ό, τι χρειαστούν. Μια αυτοκρατορία δεν χτίζεται μόνο με σπαθιά αλλά με πένες και διαβήτες και πνεύματα ανήσυχα.

Καθώς έβγαιναν από το παλάτι, ο ήλιος της Κωνσταντινούπολης τους τύφλωσε με τη δυνατή του λάμψη.

— Τα καταφέραμε, Δημήτριε, είπε γεμάτος σιγουριά ο Γεώργιος, κοιτάζοντας τα χέρια του που σύντομα θα έπιαναν πάλι τα εργαλεία της δημιουργίας.

— Τώρα μόλις αρχίζουμε, Γεώργιε, απάντησε ο Δημήτριος χαμογελώντας. Η ιστορία μας δεν γράφτηκε στην έρημο. Τώρα ξεκινάμε να τη γράφουμε εμείς, πάνω στα μάρμαρα αυτής της Πόλης.

Μετά την ακρόαση στο Παλάτι, ο Ιωάννης Γραμματικός οδήγησε τους δύο νέους κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Μπήκαν σε ένα κτίριο με ψηλά παράθυρα. Το φως έπεφτε πάνω σε χάλκινες σφαίρες που έδειχναν τον ουρανό, διαβήτες και τραπέζια γεμάτα με γεωμετρικά σχήματα.

Στο βάθος, ένας άντρας με βλέμμα σπινθηροβόλο και χέρια λερωμένα από μελάνι μελετούσε έναν κύλινδρο . Ήταν ο Λέων ο Μαθηματικός.

— Λέοντα, είπε ο Ιωάννης, σου έφερα τους δύο ταξιδιώτες που είδαν τη Βαγδάτη με τα μάτια τους.

Ο Λέων σήκωσε το κεφάλι. Δεν πρόσεξε τα λαμπρά τους ρούχα αλλά τα χέρια του Δημητρίου που κρατούσαν σφιχτά τον δερμάτινο σάκο με τα πολύτιμα χειρόγραφα.

— Αφήστε τις τυπικές υποκλίσεις για την αίθουσα του θρόνου, είπε ο Λέων με φωνή ζωηρή και ανυπόμονη. Εδώ μέσα, μοναδικός βασιλιάς είναι η αλήθεια των αριθμών. Δημήτριε, μου είπαν πως κρατάς στα χέρια σου την "Άλγεβρα" του Αλ Χουαρίζμι και τα χαμένα σχόλια του Διόφαντου. Είναι αλήθεια;

Ο Δημήτριος άνοιξε τον σάκο και ακούμπησε τα χειρόγραφα στο τραπέζι.

— Είναι εδώ, δάσκαλε. Και μαζί τους οι σημειώσεις μου για τον τρόπο που οι Άραβες υπολογίζουν την απόσταση των άστρων.

Ο Λέων άγγιξε την περγαμηνή με σεβασμό, σχεδόν με τρυφερότητα, σαν να άγγιζε κάτι ζωντανό.

— Ξέρεις τι κρατάς; ρώτησε ψιθυριστά. Αυτά τα χαρτιά είναι πιο ισχυρά από χίλιους δρόμωνες. Οι Άραβες ήθελαν να σε κρατήσουν κοντά τους γιατί γνώριζαν καλά πως η γνώση είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο που, όταν το μοιράζεσαι, μεγαλώνει αντί να λιγοστεύει.

Στράφηκε έπειτα στον Γεώργιο.

— Και εσύ, Γεώργιε, ο Ιωάννης μου είπε πως κατάλαβες πώς δαμάζεται η πίεση του αέρα στους αυτοματισμούς. Θα χρειαστώ τη δύναμη και τη δεξιοτεχνία των χεριών σου. Ο Αυτοκράτορας επιθυμεί να τελειοποιήσουμε έναν "οπτικό τηλέγραφο". Μια αλυσίδα από φάρους με φωτιές που θα μεταφέρουν το μήνυμα της εισβολής από τα μακρινά σύνορα της Ταρσού ως εδώ, στην καρδιά της Πόλης, μέσα σε μία μόλις ώρα. Μπορείς να με βοηθήσεις να το καταφέρουμε;

— Θα είναι τιμή μου, δάσκαλε. Το νερό και η φωτιά μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι αγγελιαφόροι, αρκεί να ξέρεις πώς να τους μιλήσεις.

Ο Λέων γέλασε με ικανοποίηση.

— Τότε, ας πιάσουμε δουλειά. Δημήτριε, κάθισε σε αυτό το αναλόγιο. Η Πόλη περιμένει να διαβάσει αυτά που έφερες. Από σήμερα, δεν είστε πια ταξιδιώτες. Είστε οι κρίκοι μιας αλυσίδας που ξεκινά από την αρχαιότητα και θα φτάσει ως το τέλος του κόσμου.

Ο Λέων οδήγησε τον Γεώργιο σε ένα τραπέζι όπου ήταν απλωμένος ένας μεγάλος χάρτης της Μικράς Ασίας. Πάνω στον χάρτη, μικρά κόκκινα σημάδια σχημάτιζαν μια νοητή γραμμή που ξεκινούσε από τα σύνορα με τους Άραβες, στην Ταρσό, και κατέληγε στον Φάρο του Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη.

— Κοίταξε εδώ, Γεώργιε, είπε ο Λέων, απλώνοντας το χέρι πάνω στον χάρτη. Στη Βαγδάτη είδες τους Άραβες να μετρούν τον χρόνο με το νερό. Εμείς, όμως, θα κάνουμε κάτι πιο τολμηρό. Θα δαμάσουμε τον χρόνο για να νικήσουμε την απόσταση. Έχω ήδη ορίσει εννέα σταθμούς, εννέα βίγλες πάνω στις πιο άγριες κορυφές των βουνών, από τα σύνορα ως εδώ.

Ο Γεώργιος άγγιξε τη γραμμή των σταθμών στον χάρτη, μα το πρόσωπό του ήταν γεμάτο απορία. Οι αυτοματισμοί που είχε δει στο Παλάτι ήταν περίπλοκοι, αλλά αυτό του φαινόταν υπερβολικά απλό.

— Αλλά πώς θα καταλαβαίνετε τι λένε αυτές οι φωτιές, δάσκαλε; ρώτησε. Μια φλόγα στο σκοτάδι είναι μια κραυγή κινδύνου, τίποτα παραπάνω. Μαρτυρά πως ο εχθρός φάνηκε, αλλά δεν λέει ποιος είναι, πόσοι έρχονται ή αν χρειαζόμαστε ενισχύσεις. Μια φωτιά δεν έχει φωνή, έχει μόνο λάμψη.

Ο Λέων χαμογέλασε, και στα μάτια του άστραψε η ικανοποίηση του ανθρώπου που έχει λύσει το άλυτο. Ακούμπησε το χέρι του πάνω σε έναν ορειχάλκινο δίσκο, χαραγμένο με περίπλοκα σύμβολα.

— Εδώ ακριβώς κρύβεται το μυστικό, Γεώργιε. Σε κάθε βίγλα, σε κάθε κορυφή βουνού, υπάρχει ένα υδραυλικό ρολόι, όμοιο με αυτό που χτυπά εδώ, στην καρδιά του Παλατιού. Οι δίσκοι τους είναι συγχρονισμένοι μέχρι την τελευταία σταγόνα του νερού, χωρισμένοι σε δώδεκα ώρες. Όμως, κάθε ώρα δεν μετρά απλώς τον χρόνο, αλλά κουβαλά και μια είδηση: "Εισβολή", "Πυρκαγιά", "Νίκη", "Έκτακτη ανάγκη".

Όταν ο φύλακας στον πρώτο σταθμό των συνόρων δει τον κίνδυνο, περιμένει τον δείκτη να δείξει το σωστό μήνυμα και τότε ανάβει τη φωτιά. Ο επόμενος σταθμός, βλέποντας τη λάμψη, πυροδοτεί τη δική του φλόγα την ίδια ακριβώς στιγμή. Έτσι, η είδηση ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Ανάλογα με το ποια στιγμή θα φτάσει η λάμψη εδώ, στα μάτια μας, θα γνωρίζουμε με ακρίβεια τι συμβαίνει στις εσχατιές της Αυτοκρατορίας, προτού καν ο εχθρός προλάβει να κάνει το δεύτερο βήμα του πάνω στο χώμα μας.

Ο Γεώργιος άγγιξε τον χάλκινο μηχανισμό του ρολογιού. Κατάλαβε πως η "δικαιοσύνη" του Θεοφίλου, για την οποία μιλούσαν στην αγορά, χρειαζόταν την ταχύτητα του Λέοντα για να προστατέψει τον κόσμο. Αν ο στρατός αργούσε, η δικαιοσύνη θα εφαρμόζονταν σε ερείπια.

— Δάσκαλε, είπε ο Γεώργιος με ενθουσιασμό, αυτό είναι το ίδιο πνεύμα που είδαμε στη Βαγδάτη, αλλά με σκοπό την προστασία της πατρίδας. Εκεί έφτιαχναν θαύματα για να διασκεδάζουν τον Χαλίφη. Εσείς φτιάχνετε θαύματα για να σώζετε ζωές.

Ο Δημήτριος σήκωσε το κεφάλι από το χειρόγραφο.

— Είναι αυτό που είπαμε στο παλάτι, πρόσθεσε. Η γνώση είναι η σπονδυλική στήλη της Αυτοκρατορίας. Κάποιος γράφει τους νόμους για να ζούμε με τάξη και κάποιος άλλος δαμάζει το φως για να μας προειδοποιεί για το σκοτάδι.

Ο Λέων ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Γεωργίου.

— Ακριβώς. Και τώρα, εσύ θα με βοηθήσεις να σιγουρευτούμε ότι αυτοί οι μηχανισμοί δεν θα σταματήσουν ποτέ. Γιατί αν σβήσει αυτή η φωτιά, θα σβήσει μαζί της και η ελπίδα της Πόλης.

Το βράδυ εκείνο, καθώς γύριζαν στο σπίτι τους, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος κοίταξαν τις επάλξεις των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Δεν ένιωθαν πια μόνοι. Ήταν μέρος ενός τεράστιου μηχανισμού, μιας πόλης που ζούσε, ανέπνεε και προστατευόταν από τη σοφία των ανθρώπων της.

Είχαν ξεκινήσει ως αιχμάλωτοι, είχαν γίνει εξερευνητές σε ξένους τόπους, και τώρα επέστρεφαν ως θεματοφύλακες. Η περιπέτειά τους στην Ανατολή τους είχε διδάξει πολλά αλλά η Πόλη τους έδωσε τον σκοπό για να τα χρησιμοποιήσουν.

Την ίδια ώρα, σε ένα λιμάνι, ο καπετάν Νικήτας κοίταζε με πόνο την ήρεμη θάλασσα, και μια κοπέλα που την έλεγαν Σοφία κεντούσε το τελευταίο γαλάζιο λουλούδι στο ύφασμά της, περιμένοντας τη νέα μέρα που χάραζε.

Share