ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 - Ιωάννης Γραμματικός

2026-01-08

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ

Η Κωνσταντινούπολη ξυπνούσε τυλιγμένη σε αχνούς και καμπάνες. Ο ήλιος, καθώς αναδυόταν από τα νερά του Βοσπόρου, σκόρπιζε τις αχτίνες του κι άγγιζε τους χρυσοπράσινους θόλους της Αγίας Σοφίας που άστραφταν σαν φωτιά. Μαρτυρούσαν σε κάθε διαβάτη ότι εδώ χτυπούσε η καρδιά μιας αυτοκρατορίας.

Από τα στενά γύρω από το Μέγα Παλάτιο ακούγονταν οι νότες από τις σάλπιγγες της φρουράς που άλλαζε βάρδια. Υπηρέτες έτρεχαν κρατώντας στάμνες με δροσερό νερό, δίσκους με ψωμί και σύκα, υφαντά από μετάξι και χρυσό για τους αξιωματούχους που ετοιμάζονταν να σταθούν μπροστά στον αυτοκράτορα. Τα πρώτα καΐκια ξεφόρτωναν ήδη εμπορεύματα στο λιμάνι. Η Πόλη δεν κοιμόταν ποτέ. Έπαιρνε μόνο μια βαθιά ανάσα πριν ξαναρχίσει ο καθημερινός της θρίαμβος.

Νέα Ρώμη ! Κωνσταντινούπολη! Βασιλεύουσα! Πόλη! Ονόματα πολλά για την πιο ζηλευτή πόλη της οικουμένης. Από τότε που ο Κωνσταντίνος την εγκαινίασε το 330 μ.Χ. ως νέα πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, είχε γίνει το στολίδι Ανατολής και Δύσης. Άβαροι, Πέρσες, Σλάβοι, Βούλγαροι, Ρως, Άραβες, πολλοί δοκίμασαν να την κατακτήσουν, κανείς όμως δεν κατάφερε να λυγίσει την τριγωνική της χερσόνησο και τα απόρθητα τείχη της. Ήταν φρούριο, λιμάνι, κέντρο εξουσίας αλλά και πηγή πλούτου. Ό, τι περνούσε ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο ήταν υποχρεωμένο να περάσει από τα μάτια και το ταμείο του αυτοκράτορα.

Οι χερσαίοι και οι θαλάσσιοι δρόμοι που διασταυρώνονταν στην Πόλη, κατέκλυζαν τις αγορές της με άπειρα αγαθά, μπαχαρικά και πιπέρια από τις Ινδίες, ελεφαντόδοντο και πολύτιμους λίθους από την Αφρική, χρυσάφι και γούνες από τον Βορρά, μετάξι και κοσμήματα από την Κίνα, παστά ψάρια και κρασί από τη Μεσόγειο. Οι τεράστιες αποθήκες της Αλεξάνδρειας έστελναν σιτάρι που τάιζαν μισό εκατομμύριο ανθρώπους.

Η Πόλη ήταν ένας κόσμος ολόκληρος, υφασμένος με πολύχρωμα νήματα από τους τέσσερις ορίζοντες. Είχε ως σύμβολο τον αετό, κληρονομιά της ρωμαϊκής εξουσίας. Μα στην πραγματικότητα, άλλο σύμβολο της ταίριαζε καλύτερα, ο δικέφαλος αετός, που κοιτούσε ταυτόχρονα Ανατολή και Δύση, όπως ακριβώς έκανε και η ίδια η αυτοκρατορία που προσπαθούσε να κρατήσει ενωμένο έναν κόσμο μοιρασμένο ανάμεσα σε δύο ανέμους.

Στο Μέγα Παλάτιο η μέρα δεν ξεκινούσε απλά με τον ήλιο, αλλά με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Πολύ πριν η Πόλη ανάψει τα πρώτα της φώτα, οι κουβικουλάριοι* γλίστρησαν αθόρυβα στο πορφυρό υπνοδωμάτιο κρατώντας λαμπάδες. Το κερί έτρεμε πάνω στα πορφυρά υφάσματα, στα μάρμαρα, στα χρυσά κεντήματα που αστράφτανε.

Ο πρώτος από αυτούς γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι. Η φωνή του βγήκε χαμηλή, σχεδόν προσευχή.

—Ευλόγησον, Δέσποτα.

Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος άνοιξε τα μάτια. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος σαν να ζύγιζε το σκοτάδι γύρω του. Έπειτα στράφηκε προς τον σταυρό που κρεμόταν στον τοίχο. Ήταν η μοναδική ιερή εικόνα επιτρεπτή στο δωμάτιο. Όλα τα άλλα είχαν χαθεί εδώ και χρόνια, σβησμένα από τον αγώνα της εικονομαχίας, εικόνες εξαφανισμένες από ναούς και μοναστήρια, άνθρωποι διωγμένοι, βασανισμένοι, νεκροί. Μια εποχή χωρίς πρόσωπα αγιογραφημένα, μόνο σύμβολα.

Με τα χέρια ενωμένα ψιθύρισε:

—Κύριε, φύλαξον την πόλιν Σου και τον λαόν Σου.

Οι κουβικουλάριοι προχώρησαν στο έργο τους με τελετουργική ακρίβεια. Ντυμένος πρώτα με τον λευκό χιτώνα και έπειτα με τον χρυσοκέντητο μανδύα, ο Θεόφιλος στεκόταν ζωντανό σύμβολο της αυτοκρατορίας. Η φρουρά και οι αξιωματούχοι τον περίμεναν έξω από το δωμάτιο. Μόλις άνοιξε η πόρτα, κινήθηκαν όλοι σαν ένα σώμα. Τον συνόδευσαν στο παρεκκλήσιο του παλατιού. Εκεί ο αυτοκράτορας έσκυψε το κεφάλι μπροστά στο φως των καντηλιών και προσευχήθηκε για τον στρατό στα ατελείωτα σύνορα, για την Πόλη που έζησε πολιορκίες και θριάμβους, για την αυτοκρατορία που πάλευε να μείνει όρθια ανάμεσα σε εχθρούς και αιρέσεις.

Ύστερα προχώρησε στον Χρυσοτρίκλινο, την αίθουσα του θρόνου, όπου οι άρχοντες της Πόλης είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους. Ο Θεόφιλος χαιρέτισε και αναζήτησε τον δάσκαλό του. Ήταν ακόμη πολύ νέος. Κι όμως, στο βλέμμα και στη στάση του φαινόταν καθαρά. Ήταν άνθρωπος που δεν σκόπευε απλώς να κυβερνήσει αλλά να αφήσει το σημάδι του στην ιστορία.

Στο διπλανό δωμάτιο τον περίμενε ο Ιωάννης Γραμματικός, ο άνθρωπος που άλλοι ονόμαζαν σοφό κι άλλοι επικίνδυνο. Ήταν λεπτός, καλοβαλμένος, με περιποιημένη γενειάδα και βλέμμα ανήσυχο, από εκείνα που δεν στέκονται ποτέ στην επιφάνεια. Τα μάτια του δεν έβλεπαν, ερευνούσαν. Πίσω από κάθε λέξη, κάθε σιωπή, αναζητούσαν νόημα κρυμμένο. ια τον Θεόφιλο δεν ήταν απλώς δάσκαλος· ήταν ο νους που κρατούσε σε λεπτή ισορροπία τη θεολογία και την πολιτική, την πίστη και την εξουσία μιας αυτοκρατορίας που δοκιμαζόταν Ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων έκανε νόημα να τον φωνάξουν. Μόλις τον αντίκρισε, προχώρησε ανυπόμονα προς το μέρος του.

—Δάσκαλε, είπε χωρίς περιστροφές, η Ρώμη μας είναι μεγάλη, μα κινδυνεύει να φτωχύνει στο πολυτιμότερο απ' όλα. Η δύναμη των όπλων δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε γνώση.

Ο Ιωάννης έγειρε ελαφρά το κεφάλι. Προσπάθησε να μαντέψει ως πού ήθελε να φτάσει ο λόγος του αυτοκράτορα.

—Γνώση, Μεγαλειότατε; Είπε ήρεμα. Τι είδους γνώση ζητάς;

Ο Θεόφιλος άνοιξε τα χέρια, σαν να ήθελε να αγκαλιάσει ολόκληρο τον ορίζοντα.

—Στη Βαγδάτη, στην αυλή του χαλίφη Αλ-Μαμούν, χιλιάδες γραφείς και σοφοί αντιγράφουν, μεταφράζουν, ερευνούν. Εκεί φυλάγεται ό, τι απέμεινε από τους αρχαίους μας σοφούς και κάθε μέρα γεννιούνται νέα έργα. Εδώ, στην Πόλη, πόσα βιβλία χάνονται; Πόσοι άνθρωποι προτιμούν τη δόξα του πολέμου από το φως της αλήθειας;

Σώπασε για λίγο. Τα μάτια του έλαμπαν.

—Πρέπει να πας στη Βαγδάτη, Ιωάννη. Να δεις με τα μάτια σου. Να μάθεις. Να φέρεις πίσω ό, τι πολύτιμο μπορείς. Θέλω η Κωνσταντινούπολη να γίνει λίκνο σοφίας , όχι μονάχα κέντρο εξουσίας.

Ο Ιωάννης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά Από καιρό λαχταρούσε ένα τέτοιο ταξίδι. Ήξερε πως οι Άραβες είχαν διασώσει έργα που στην αυτοκρατορία χάνονταν. Μα ήξερε και το βάρος της αποστολής που του ζητούνταν. Δεν ήταν απλή πρεσβεία αλλά αποστολή που μπορούσε να αλλάξει το μέλλον του Βυζαντίου.

Έσκυψε το κεφάλι.

—Όπως διατάζεις, Δέσποτα. Η αποστολή σου με φοβίζει, μα με τιμά. Η γλώσσα μου θα γίνει το στόμα σου και τα λόγια μου ο λόγος της Μεγαλειότητάς σου.

Ο Θεόφιλος χαμογέλασε ικανοποιημένος.

—Ἔρρωσο,* είπε. Ο Θεός να σε συνοδεύει.

Διέταξε να ετοιμαστούν τα δώρα, κιβώτια με χρυσάφι, πορφυρά υφάσματα, σπάνια αρώματα μα και μηχανικά θαύματα, ανάμεσά τους ένα ρολόι τόσο περίτεχνο, ώστε ακόμη και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί να στέκονται μπροστά του με θαυμασμό.

Η μέρα της αναχώρησης ξημέρωσε μέσα σε ομίχλη. Η Πόλη έμοιαζε να κρατά την ανάσα της.

Στον Χρυσοτρίκλινο, κάτω από το κιτρινωπό φως των λαμπάδων, ο Ιωάννης Γραμματικός περίμενε. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, μα τα δάχτυλά του σφιγμένα. Ο λογοθέτης του δρόμου* πλησίασε και του παρέδωσε το τελευταίο δέμα: περγαμηνές με οδηγίες, επιστολές σφραγισμένες προς τον χαλίφη και ένα χρυσόβουλο για τους συνοδούς της αποστολής.

—Ιωάννη, είπε χαμηλόφωνα, οι διαδρομές είναι σημειωμένες. Στάση στη Σάμο, έπειτα στην Κύπρο για ανεφοδιασμό. Από εκεί στη Λαοδίκεια και κατόπιν με καραβάνι. Οι άνθρωποί μας σε περιμένουν στους σταθμούς. Πρόσεχε τα βλέμματα και τα λόγια. Σε πολλούς τόπους η φήμη τρέχει πιο γρήγορα από τα άλογα.

—Η γλώσσα θα είναι μετρημένη, τον καθησύχασε ο Ιωάννης Η αποστολή δεν ζητά θόρυβο αλλά διακριτικότητα.

Λίγο αργότερα, στο λιμάνι του Βουκολέοντα*, στο νοτιοανατολικό άκρο του Μεγάλου Παλατιού, ο δρόμωνας περίμενε, τα κουπιά υψώνονταν δεξιά κι αριστερά σαν λευκά φτερά, στην πλώρη κυμάτιζε η σημαία με τον σταυρό.

Στρατιώτες παρατάχθηκαν σε δύο σειρές. Γραφείς, διερμηνείς και έμποροι ανέβηκαν στο κατάστρωμα, ενώ οι ναύτες έδεναν τα τελευταία σχοινιά.

Η Πόλη στεκόταν πίσω τους αθόρυβη, πανίσχυρη, αθέατη μέσα στην ομίχλη.

Ο Θεόφιλος στάθηκε απέναντι στον Ιωάννη. Δίπλα του η Θεοδώρα, η αυτοκράτειρα, όμορφη σαν ήλιος, μες στα μεταξωτά και στα στολίδια.

-Ιωάννη, θυμήσου, του είπε. Δεν στέλνω μόνο έναν πρέσβη, στέλνω την ίδια την Πόλη. Τα μάτια σου και τα αυτιά σου θα είναι τα δικά μου. Φέρε πίσω γνώση που φωτίζει και ενώνει.

Ο Ιωάννης γονάτισε μπροστά του.

-Μεγαλειότατε, αυτό που επιθυμείς θα γίνει!

Η πομπή ξεκίνησε από την πύλη του παλατιού. Σιλέντιοι* άνοιγαν δρόμο, σπαθαροκανδιδάτοι* κρατούσαν την τάξη και υπηρέτες μετέφεραν τα κιβώτια. Η διαδρομή κατέληγε στις σκάλες του Βουκολέοντος, όπου τα θαλασσινά τείχη ακουμπούσαν στο νερό. Από κάτω άφριζε ήρεμα ο Μαρμαράς. Ο πρωινός άνεμος μύριζε αλάτι.

Ο Ιωάννης στάθηκε για λίγο στην άκρη της αποβάθρας. Γύρισε και κοίταξε τα τείχη που υψώνονταν πίσω του.

Με νεύμα μπήκε στο πλοίο.

Οι σάλπιγγες ήχησαν τρεις φορές. Όχι σαν πολεμικό κάλεσμα μα σαν προσευχή.

Ο πρωτοβεστιάριος ύψωσε το ραβδί του. Οι φρουροί στάθηκαν ακίνητοι. Οι ναύτες σταμάτησαν κάθε κίνηση. Στη σιωπή που ακολούθησε, ακούστηκε μόνο το νερό που χτυπούσε απαλά στα πλευρά του δρόμωνα.

Ένας διάκονος πλησίασε κρατώντας σταυρό και θυμιατό. Ο καπνός ανέβηκε αργά, ανακατεύτηκε με την ομίχλη και άπλωσε πάνω στο κατάστρωμα μυρωδιά λιβανιού. Ο ιερέας διάβασε την ευχή του ταξιδιού:

—Κύριε, ο κυβερνήτης της θαλάσσης και των ανέμων, φύλαξον τους δούλους Σου εν οδώ και εν πλω.

Όλοι έσκυψαν το κεφάλι. Ο Ιωάννης Γραμματικός στάθηκε στην πλώρη. Έκανε τον σταυρό του. Δεν προσευχόταν μόνο για το ταξίδι. Προσευχόταν για όσα θα έβλεπε, για όσα θα μάθαινε και για όσα ίσως θα έπρεπε να κρατήσει μυστικά.

Ο καπετάνιος πλησίασε και γονάτισε.

—Κατά προσταγήν της Μεγαλειότητος, είπε, ο δρόμωνας είναι έτοιμος.

Ο πρωτοβεστιάριος ένευσε.

—Ἄγετε.

Τα τύμπανα χτύπησαν μία φορά. Τα σχοινιά λύθηκαν. Τα κουπιά βούτηξαν στο νερό ταυτόχρονα σαν να υπάκουαν σε έναν νου. Ο δρόμωνας άρχισε να απομακρύνεται αργά από την προβλήτα και να γλιστράει στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Από τα τείχη και τα παράθυρα του Παλατιού λίγοι παρατηρούσαν. Δεν ήταν αναχώρηση για δόξα ούτε για πόλεμο. Ήταν αποστολή σιωπηλή, επικίνδυνη, με τρόπο αθέατο. Σιγά σιγά τα τείχη της Βασιλεύουσας χάθηκαν πίσω από την πρωινή πάχνη. Ο Ιωάννης γύρισε για μια τελευταία ματιά στην Πόλη. Ύστερα στράφηκε μπροστά.

Το ταξίδι είχε αρχίσει.

Η σημαία με τον σταυρό κυμάτιζε. Πίσω τους, η Κωνσταντινούπολη έμενε ακίνητη φτιαγμένη από πέτρα, πίστη και εξουσία. Μπροστά τους απλωνόταν ο δρόμος προς την Ανατολή, προς τη Βαγδάτη.

Στο κατάστρωμα επικρατούσε σιωπή. Όχι η σιωπή της κούρασης αλλά εκείνη που γεννιέται όταν όλοι γνωρίζουν πως το ταξίδι που αρχίζει δεν είναι συνηθισμένο. Δεν είναι για εμπόριο ούτε για τυπική διπλωματία. Είναι πορεία προς το άγνωστο.

Ο Ιωάννης στάθηκε στην πλώρη και ακούμπησε στην κουπαστή. Το βλέμμα του χάθηκε στο πέλαγος, εκεί όπου έσβηνε ο ορίζοντας. Κάθε κύμα έμοιαζε να τον σπρώχνει μακριά από την Πόλη σε δρόμους που αυτός πρώτος χάραζε καθώς τους διάβαινε. Κάθε κύμα, το ήξερε, μπορούσε και να γίνει γέφυρα, μια λεπτή, αόρατη γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.

Προς το παρόν, ο δρόμωνας διέσχιζε ήρεμα τη θάλασσα του Μαρμαρά και λίγο αργότερα ανοίχτηκε στο Αιγαίο.

Το ταξίδι είχε περάσει πια το πρώτο του όριο.

Στο λιμάνι της Σάμου οι ναύτες αποβιβάστηκαν γρήγορα για ανεφοδιασμό. Στα μαγαζιά και στις αποθήκες, οι έμποροι τους παρατηρούσαν με περιέργεια· το βλέμμα τους γλιστρούσε από τα όπλα στα ρούχα και από τα ρούχα στις σημαίες του δρόμωνα.

Ο Ιωάννης δεν συμμετείχε στις συναλλαγές. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στα καράβια και στάθηκε να παρατηρεί τα πανιά, τον τρόπο που οι ντόπιοι διάβαζαν τον άνεμο, πώς μετρούσαν την παλίρροια, πότε έλυναν και πότε έδεναν τα σχοινιά. Κρατούσε σημειώσεις σαν να φοβόταν μήπως χαθεί κι αυτή η γνώση, όπως χάνονται τόσες άλλες.

—Κάθε τόπος έχει τη δική του σοφία, είπε χαμηλόφωνα. Όποιος τη γνωρίζει είναι δάσκαλος ακόμη κι αν δεν το ξέρει.

—Κι εμείς; ρώτησε ένας ναύτης με πικρό χαμόγελο. Μόνο εμείς δεν ξέρουμε τίποτα!

Ο Ιωάννης τον κοίταξε.

-Είστε κι εσείς φιλόσοφοι. Ποιος γνωρίζει καλύτερα από εσάς τα άστρα, τον άνεμο, τα ρεύματα; Η δική σας γνώση βασίζεται στην εμπειρία, είναι πολύ σπουδαία αλλά δεν είναι γραμμένη σε βιβλία μα χωρίς αυτήν κανένα βιβλίο δεν θα έφτανε ποτέ στον προορισμό του.

Μετά τη Σάμο, ο δρόμωνας άνοιξε πανιά στο βαθύ γαλάζιο του Αιγαίου. Η θάλασσα γαλήνεψε, όμως το πλήρωμα παρέμεινε σε εγρήγορση. Τα μάτια τους μετρούσαν τον άνεμο, τα ρεύματα, τον αόρατο κίνδυνο των πειρατών.

Στην Κύπρο, το μαρτυρικό νησί που άλλαζε συχνά αφέντες ανάμεσα σε Ρωμαίους και Άραβες, ανεφοδιάστηκαν με νερό, κρασί, ξερά σύκα και λάδι. Ήταν τόπος πληγωμένος μα ακόμη ζωντανός.

Από εκεί συνέχισαν ανατολικά, ώσπου έφτασαν στα παράλια της Συρίας, στη Λαοδίκεια. Εκεί άφησαν το πλοίο. Φόρτωσαν καμήλες και μουλάρια και πήραν τον δρόμο της ξηράς. Ενώθηκαν με καραβάνι εμπόρων με δεκάδες καμήλες φορτωμένες μπαχάρια, πολύτιμα μέταλλα και μετάξια.

Ο δρόμος τραχύς, οι ώρες ατελείωτες.

Τις νύχτες, γύρω από τη φωτιά, οι έμποροι τραγουδούσαν στις γλώσσες τους και μιλούσαν για τα παζάρια της Βασόρας και της Σαμαρκάνδης. Ο Ιωάννης άκουγε σιωπηλός. Ένιωθε πια πολίτης του κόσμου, ένιωθε πως ανήκε σ' έναν κόσμο πιο μεγάλο, έξω από τα τείχη της Πόλης.

Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της πάνω στην έρημο. Οι φλόγες της φωτιάς έτριζαν χαμηλόφωνα σαν να ψιθύριζαν αρχαίες ιστορίες ενώ πιο πέρα οι καμήλες έβοσκαν νωχελικά, βυθισμένες σε μια υπομονετική γαλήνη. Οι καμηλιέρηδες τραγουδούσαν έναν αργόσυρτο σκοπό, μονότονο και υπνωτικό, που ανέβαινε στον αέρα μαζί με τον καπνό και χανόταν στον ουρανό.

Ο Ιωάννης απομακρύνθηκε λίγο από τον κύκλο της φωτιάς. Κάθισε μόνος και σήκωσε το βλέμμα. Τα άστρα απλώνονταν πάνω του αμέτρητα, λαμπερά, τόσο κοντά που έδιναν την ψευδαίσθηση πως αν άπλωνε το χέρι, θα άγγιζε την αιωνιότητά τους. Ένιωσε μικρός αλλά όχι ασήμαντος.

Ένα ελαφρύ βήμα ακούστηκε πίσω του. Ένας γέροντας με σκούρα κάπα πλησίασε αργά. Στην έρημο η νύχτα έκρυβε πάντα κρύο. Στηριζόταν σ' ένα ξύλινο ραβδί, φθαρμένο από τα ταξίδια, που άλλοτε χρησίμευε ως στήριγμα κι άλλοτε ως δείκτης του ουρανού.

—Βλέπεις εκείνο το άστρο, ξένε; είπε χαμηλόφωνα και έδειξε ψηλά. Είναι ο Σείριος. Ο πατέρας μου έλεγε πως οδηγεί τους ταξιδιώτες και πως όποιος γεννιέται όταν βασιλεύει κουβαλά μοίρα της φωτιάς.

Ο Ιωάννης χαμογέλασε απαλά.

—Στην πατρίδα μου, γέροντα, οι σοφοί το θεωρούν προάγγελο του μεγάλου θέρους. Δεν μιλά για τη μοίρα του ανθρώπου, μιλά για την τάξη της φύσης.

Ο αστρολόγος έγειρε το κεφάλι. Το βλέμμα του σκοτείνιασε για μια στιγμή, ύστερα φωτίστηκε από περιέργεια.

—Δηλαδή δεν πιστεύεις πως τα άστρα κυβερνούν τη ζωή μας;

—Πιστεύω πως φανερώνουν κάτι ανώτερο, αποκρίθηκε ο Ιωάννης. Τη σοφία του Δημιουργού. Ο άνθρωπος δεν είναι δεμένος με αλυσίδες στον ουρανό. Όποιος μελετά τα άστρα μαθαίνει το μέτρο, μαθαίνει την αρμονία που ο Θεός έσπειρε στον κόσμο.

Ο γέροντας σώπασε. Κοίταξε ξανά τον ουρανό, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ύστερα χαμογέλασε με σεβασμό.

—Ίσως να έχεις δίκιο, Ρωμιέ. Εμείς τα κοιτάμε για να μαντέψουμε το μέλλον. Εσύ τα κοιτάς για να δοξάσεις τον Θεό. Ίσως αυτό να είναι σοφότερο.

Η φωτιά έτριξε ξανά. Κι ο ουρανός έμεινε εκεί, ατάραχος, μάρτυρας μιας σιωπηλής συμφιλίωσης ανάμεσα στη μοίρα και τη γνώση.

Το καραβάνι προχωρούσε αδιάκοπα και μαζί του προχωρούσε και η αποστολή του Ιωάννη. Διέσχισαν πεδιάδες και ερήμους, γη που άλλοτε ανήκε στην αυτοκρατορία και τώρα είχε αλλάξει αφέντη. Πέρασαν από πόλεις παλιές και πληγωμένες, την Έμμεσα, τη Δαμασκό, τόπους όπου το παρελθόν δεν είχε σβήσει, αλλά στεκόταν ακόμη όρθιο μέσα στα τείχη και στις σκιές.

Η ιστορία ήταν χαραγμένη παντού: στις πέτρες που είχαν δει μάχες και συμφορές, στις πλατείες όπου άλλοτε υψώνονταν παλάτια και αντηχούσαν αγορές, στη γλώσσα των ανθρώπων που μιλούσαν πια αλλιώς αλλά κρατούσαν ακόμη ίχνη μιας παλιάς ρίζας. Εκεί η αποστολή βάδιζε με προσοχή. Ένα απρόσεκτο βλέμμα, μια λέξη παραπάνω, κι εύκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατάσκοποι του Βυζαντίου.

Με κόπο συγκράτησαν τη συγκίνησή τους όταν αντίκρισαν ερείπια του παλιού μεγαλείου. Δεν έκλαψαν. Η σιωπή τους ήταν βαρύτερη από δάκρυα.

Ύστερα έφτασαν στον Ευφράτη. Το ποτάμι απλώθηκε μπροστά τους σαν δρόμος ζωντανός και φιλόξενος, οδηγός προς την καρδιά της Μεσοποταμίας. Ακολούθησαν τις όχθες του, περνώντας από οάσεις και σταθμούς με φρουρές του χαλιφάτου. Το νερό έφερνε ζωή, εμπόριο, φωνές κι ο δρόμος, αν και επικίνδυνος, έμοιαζε πια χαραγμένος από αιώνες ταξιδιωτών.

Ο Ιωάννης Γραμματικός αντίκριζε για πρώτη φορά τον αραβικό κόσμο. Πολυπληθή καραβάνια αντάμωναν στους δρόμους, έμποροι με πολύχρωμες φορεσιές διαπραγματεύονταν σε γλώσσες άγνωστες, και πάνω από τις πόλεις υψώνονταν μιναρέδες, λεπτοί και φωτεινοί, σαν δείκτες στραμμένοι στον ουρανό. Ο κόσμος αυτός του φαινόταν ξένος, μα όχι εχθρικός, διαφορετικός, μα γεμάτος τάξη και παλμό.

Το ταξίδι παρέμενε δύσκολο. Πειρατές και ληστές παραμόνευαν, οι νύχτες ήταν ανήσυχες, και η κούραση μεγάλη. Όμως η αυτοκρατορική σημαία συνόδευε την αποστολή σαν σιωπηλή ασπίδα, χαρίζοντας κύρος και, συχνά, προστασία.

Ύστερα από εβδομάδες πορείας, στον ορίζοντα φάνηκε η Βαγδάτη. Η «Πόλη της Ειρήνης». Ένας απέραντος, κυκλικός οικισμός με ισχυρά τείχη και μεγάλες πύλες και στο κέντρο του ο χρυσός τρούλος του παλατιού.

Ο Ιωάννης στάθηκε και την κοίταξε σιωπηλός. Ήξερε πως από εκείνη τη στιγμή το ταξίδι δεν ήταν πια δρόμος, ήταν ιστορία που μόλις άρχιζε.

*κουβικουλάριοι: πήραν το όνομά τους από το κουβούκλιο, προσωπικός θάλαμος κυρίως του αυτοκράτορα. Ήταν έμπιστοι αυλικοί-θαλαμηπόλοι του αυτοκράτορα.

*έρρωσο: Χαιρετισμός βυζαντινός, σημαίνει να είσαι γερός και δυνατός * Λογοθέτης του Δρόμου ήταν αξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον 6ο αιώνα και μετέπειτα, ο οποίος είχε έδρα την Κωνσταντινούπολη[1]. Έγινε βαθμιαία ο πρώτος αξιωματούχος της αυτοκρατορίας, ένα είδος πρωθυπουργού. Ήταν αρμόδιος για το οδικό δίκτυο, τις μετακινήσεις μέσα στη βυζαντινή επικράτεια, και κατ΄ επέκταση για τις μετακινήσεις πρεσβευτών, τη διπλωματική και την εξωτερική πολιτική.

*Βουκολέων: παράκτιο αυτοκρατορικό παλάτι, χτισμένο δίπλα στη θάλασσα του Μαρμαρά. Στην πρόσοψη υπήρχε ένα αρχαίο γλυπτό ενός λιονταριού που κατασπαράζει ένα βόδι.

* σιλέντιοι: αξιωματούχοι του παλατιού, υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξης σε επίσημες τελετές

** σπαθαροκανδιδάτοι: φρουροί με σπαθί, ντυμένοι στα λευκά

Share