ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11-Αποστολή

2026-01-15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Η καλοχτισμένη, επιβλητική πύλη της Βαγδάτης άνοιξε διάπλατα, με μια αργή, υπολογισμένη μεγαλοπρέπεια, καθώς τα βαριά φύλλα της υποχωρούσαν. Η βυζαντινή αντιπροσωπεία πέρασε το κατώφλι της χαλιφικής πόλης με βήμα αργό και επιβλητικό, με κάθε κίνηση να μαρτυρά την πειθαρχία και την αξιοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης.

Στην κεφαλή της πομπής βάδιζε ο Ιωάννης ο Γραμματικός. Φορούσε έναν βαθυκόκκινο μανδύα, κεντημένο με χρυσά νήματα και δεμένο στη μέση με μια φαρδιά χρυσή ζώνη, σημάδι αξιώματος και ευθύνης. Το πρόσωπό του παρέμενε ατάραχο, μια μάσκα διπλωματίας αλλά τα μάτια του, καθαρά και διεισδυτικά σαν αετού, κατέγραφαν κάθε λεπτομέρεια του ξένου κόσμου γύρω του.

Δεξιά κι αριστερά, στρατιώτες του χαλίφη κρατούσαν τον δρόμο ανοιχτό με υψωμένα, αστραφτερά σπαθιά. Στα πλάγια, το πλήθος συνωστιζόταν, έμποροι με τα πολύχρωμα εμπορεύματά τους, μαθητευόμενοι με τα εργαλεία τους, γυναίκες με καλυμμένα πρόσωπα που άφηναν να φαίνονται μόνο τα έκπληκτα μάτια τους, και παιδιά που σκαρφάλωναν στους τοίχους για να δουν καλύτερα αυτό το ασυνήθιστο θέαμα. Ψίθυροι σκορπούσαν στον αέρα, λέξεις όπως «Ρουμ», «Κωνσταντινούπολη», «πρέσβης», λέξεις που μέχρι πριν λίγο καιρό προκαλούσαν φόβο ή μίσος, τώρα αναμιγνύονταν με μια δόση περιέργειας και δέους.

Πίσω από τον Ιωάννη ακολουθούσε μια πολυπληθής ακολουθία, γραμματείς και υπηρέτες, ικανοί τεχνίτες και μεταφορείς, όλοι μέλη της βυζαντινής αποστολής. Άμαξες και υποζύγια, φορτωμένα με κιβώτια, τα περισσότερα ανοιχτά για να επιδεικνύουν το περιεχόμενό τους, προχωρούσαν αργά. Ο ήλιος του μεσημεριού έκανε το χρυσάφι και τα πολύτιμα δώρα να λάμπουν εκτυφλωτικά. Έτσι μπήκε ο πρέσβης του Βυζαντίου στη Βαγδάτη, όχι ως ικέτης που ζητά χάρη, ούτε ως απειλή που φέρνει πόλεμο, αλλά ως αγγελιοφόρος μιας συνάντησης που θα δοκίμαζε τη δύναμη του νου κι όχι των όπλων.

Καθώς πλησίαζαν στο παλάτι, η πομπή μεταμορφώθηκε σε ένα μεγαλειώδες θέαμα υποδοχής. Αυλικοί του χαλίφη, ντυμένοι με μετάξια και κοσμήματα, είχαν βγει να τους υποδεχτούν. Μουσικοί έπαιζαν μελωδίες από αυλούς και τύμπανα που αντηχούσαν στην πόλη και οι αστραφτερές πύλες του Χρυσού Παλατιού άνοιξαν διάπλατα καλώντας τους να περάσουν.

Και έτσι, με το πλήθος να ψιθυρίζει έκπληκτο, με τον ήλιο να χρυσώνει τα τείχη και τα τύμπανα να σβήνουν σιγά σιγά, ο πρέσβης του Βυζαντίου πέρασε το κατώφλι του παλατιού του ισχυρότερου χαλίφη της εποχής έτοιμος για μια ιστορική συνάντηση.

Η αίθουσα υποδοχής τους περίμενε επιβλητική, λουσμένη σε ένα φως που έμοιαζε θεϊκό. Από τα πανύψηλα παράθυρα, χρυσές ακτίνες κατέβαιναν ως το δάπεδο, χάιδευαν τα περίτεχνα μωσαϊκά και τα μάρμαρα που άστραφταν, τα χαλιά τα υφασμένα με μετάξι και πολύτιμα νήματα.

Ο Ιωάννης στάθηκε ακίνητος θαυμάζοντας τη γαλήνια ομορφιά του χώρου. Ο κήρυκας ανήγγειλε την άφιξή του στην αραβική γλώσσα. Η φωνή του δυνατή και γεμάτη κύρος, αντήχησε στους θόλους και αμέσως η βοή της αυλής καταλάγιασε, δίνοντας τη θέση της σε μια προσμονή γεμάτη ένταση.

Τότε, μέσα στη σιωπή, εμφανίστηκε ο χαλίφης αλ-Μαμούν. Προς έκπληξη όλων, δεν φορούσε πορφύρα ούτε βαριά κοσμήματα. Η λευκή του ενδυμασία ήταν απέριττη, σχεδόν ασκητική. Όμως το βλέμμα του, καθαρό και διεισδυτικό, πρόδιδε έναν άνθρωπο έξυπνο, μαθημένο να ζυγίζει με ακρίβεια λέξεις, ιδέες και πράξεις. Γύρω του, σε απόλυτη τάξη, στέκονταν οι σοφοί και οι λόγιοι του Οίκου της Σοφίας, μαθηματικοί, αστρονόμοι και φιλόσοφοι, οι φημισμένοι άνδρες που κρατούσαν στα χέρια τους μια γνώση που δεν γνώριζε ούτε σύνορα ούτε θρησκευτικές πίστεις.

Καθώς ο Ιωάννης στεκόταν απέναντί του ένιωσε πως δεν βρισκόταν απλώς μπροστά σε έναν πανίσχυρο ηγεμόνα αλλά απέναντι σε έναν πνευματικό αντίπαλο που κυβερνούσε με τον νου εξίσου αποτελεσματικά όσο και με το σπαθί.

Στο μυαλό του ήρθαν οι θρύλοι που κυκλοφορούσαν για τον Χαλίφη. Τον αποκαλούσαν «κυνηγό της γνώσης». Θυμήθηκε πως λίγα χρόνια πριν, ο ίδιος ο αλ-Μαμούν είχε συμμετάσχει σε ανασκαφές στη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας. Είχε ανοίξει μια νέα είσοδο με επιμονή και κόστος μεγάλο. Δεν βρήκε χρυσό, άλλοι είχαν προλάβει και τον είχαν κλέψει αιώνες πριν. Βρήκε όμως επιγραφές και αντικείμενα, ίχνη αρχαίας σοφίας. Κι αυτά, για τον χαλίφη, άξιζαν περισσότερο από κάθε θησαυρό.

— Εσύ είσαι, λοιπόν, ο Ιωάννης από την Κωνσταντινούπολη;

Η ερώτηση ακούστηκε στα ελληνικά. Η προφορά του Χαλίφη πρόδιδε την ξένη του καταγωγή, όμως οι λέξεις ήταν καθαρές, ζυγισμένες με ακρίβεια, σαν να τις είχε μελετήσει προσεκτικά ώρα πριν. Ο Ιωάννης ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε να ακούσει τη μητρική του γλώσσα τόσο βαθιά στην καρδιά της Ανατολής, και μάλιστα από τα χείλη του ισχυρότερου ηγεμόνα της. Συνήλθε αμέσως από την έκπληξη και υποκλίθηκε με βαθύ σεβασμό.

— Εγώ είμαι, Μεγαλειότατε. Ο Αυτοκράτοράς μου, ο Θεόφιλος, χαιρετά τον ένδοξο Χαλίφη των Αββασιδών, τον προστάτη των γραμμάτων και φίλο των σοφών. Σας προσφέρει φιλία, ειρήνη και δώρα αντάξια της δόξας σας.

Με ένα ανεπαίσθητο νεύμα του αλ-Μαμούν, οι υπηρέτες προχώρησαν. Τα κιβώτια άνοιγαν το ένα μετά το άλλο, αποκαλύπτοντας τη δύναμη και το κύρος της Βασιλεύουσας. Μετάξια βαμμένα με πορφύρα τόσο βαθιά που έμοιαζαν να στάζουν αίμα και φως μαζί, ασημένια και χρυσά σκεύη, σκαλισμένα με μορφές μυθικών θηρίων και αγέρωχων ιππέων, λάρνακες με μύρο και σπάνια αρώματα που πλημμύρισαν την αίθουσα με μια βαριά, μεθυστική ευωδιά.

Και στο τέλος, φανερώθηκε το «θαύμα των θαυμάτων». Το μηχανικό ρολόι τοποθετήθηκε με ευλάβεια μπροστά στον χαλίφη. Καθώς το νερό άρχισε να κυλά στον κρυφό του μηχανισμό, τα μικρά μπρούτζινα αγαλματίδια ζωντάνεψαν σαν από μαγεία. Κινήθηκαν με μαθηματική ακρίβεια ενώ λεπτές σάλπιγγες ήχησαν μια απόκοσμη μελωδία.

Ένα κύμα θαυμασμού διέτρεξε την αίθουσα. Οι σοφοί του Οίκου της Σοφίας παραμέρισαν τη σεμνότητά τους και πλησίασαν σκύβοντας πάνω από τον μηχανισμό με μάτια που έλαμπαν από επιστημονική δίψα, συζητώντας χαμηλόφωνα για τα γρανάζια και τις πιέσεις του νερού.

Ο αλ-Μαμούν έγειρε μπροστά γοητευμένος. Το βλέμμα του δεν στάθηκε στο χρυσάφι αλλά στην κίνηση, στη λογική και στο πνεύμα που κρυβόταν πίσω από το μέταλλο.

— Ο Βασιλιάς σας γνωρίζει πώς να τιμά έναν φίλο, είπε τελικά. Βλέπω πως δεν έστειλε μόνο πλούτη και πορφύρες. Έστειλε έναν άνδρα της γνώσης. Εσένα, Ιωάννη. Σε καλωσορίζω όχι μόνο ως πρέσβη, αλλά ως φιλόσοφο ανάμεσα σε φιλοσόφους. Η φήμη σου ταξίδεψε στη Βαγδάτη πολύ πριν από σένα.

Ο Ιωάννης χαμήλωσε το βλέμμα.

— Η σοφία είναι δώρο Θεού, Μεγαλειότατε, είπε. Και εγώ Τον ευγνωμονώ που βρίσκομαι στην πόλη σου.

Για μια στιγμή, οι δύο άνδρες, ο Βυζαντινός λόγιος και ο Άραβας χαλίφης στάθηκαν αντικριστά σιωπηλοί. Μέσα σε εκείνη τη σιωπή, γεννήθηκε ένας αμοιβαίος σεβασμός που ξεπερνούσε τους πολέμους και τα σύνορα.

—Μην ξεχάσεις, όταν επιστρέψεις, να πεις στον βασιλιά σου, είπε ο αλ-Μαμούν, πως η γνώση είναι θησαυρός. Όποιος τη μοιράζεται, γίνεται πλουσιότερος, όχι φτωχότερος. Σώπασε για μια στιγμή και πρόσθεσε ήρεμα σχεδόν αδιάφορα.

— Όταν ζήτησα από τον Βασιλιά σου να μου στείλει τον Λέοντα τον Μαθηματικό για λίγο καιρό στη Βαγδάτη, εκείνος αρνήθηκε.

Η κουβέντα του Χαλίφη έπεσε στην αίθουσα σαν κοφτερό μαχαίρι, παγώνοντας τους παρευρισκόμενους. Ο Ιωάννης δίστασε για μια στιγμή, μετρώντας το βάρος των λέξεων.

— Θα μου επιτρέψετε να μιλήσω με απόλυτη ειλικρίνεια, Μεγαλειότατε; ρώτησε. Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία.

— Μίλησε, αποκρίθηκε ο αλ-Μαμούν, γνέφοντας στους αυλικούς να σωπάσουν.

— Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστίνος ο Β΄, ο χαγάνος των Αβάρων ζήτησε τεχνίτες για να χτίσει παλάτια και λουτρά. Ο Αυτοκράτορας, πιστεύοντας στη δύναμη της γενναιοδωρίας, έστειλε τους καλύτερους μαστόρους του. Εκείνος όμως δεν έχτισε λουτρά. Έχτισε γέφυρες πάνω στον Δούναβη για να περνά τον ποταμό όποτε ήθελε και να λεηλατεί τις επαρχίες μας. Το πάθημα, Μεγαλειότατε, έγινε μάθημα. Ο Βασιλιάς μου γνωρίζει την ιστορία και προστατεύει τη σοφία του όπως τα τείχη του».

Η αίθουσα κράτησε την ανάσα της. Μια τέτοια απάντηση θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβολή. Όμως ο αλ-Μαμούν χαμογέλασε δίχως ίχνος κακίας.

— Καταλαβαίνω, είπε ήρεμα. Και σε ευχαριστώ που δεν με κολάκευσες. Η αλήθεια σου σε τιμά.

Προχώρησε ένα βήμα προς τον Ιωάννη.

—Και τώρα, ας συζητήσουμε για όσα ενώνουν τους λαούς περισσότερο από τα πλούτη, για τα άστρα και τον Αριστοτέλη.

Ο χαλίφης κάθισε χαμηλά, όχι πια σε θρόνο αλλά ανάμεσα στους σοφούς του, καλώντας κοντά του τον Γραμματικό. Γύρω τους απλώνονταν πάπυροι, αστρονομικά όργανα και μισοανοιγμένα χειρόγραφα.

— Πες μου, Ιωάννη, άρχισε ο αλ-Μαμούν, οι Ρωμαίοι εξακολουθούν να μελετούν τον Αριστοτέλη; Ή μήπως σκονίζεται στις βιβλιοθήκες σας;

Ο Ιωάννης πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας τη μελαγχολία να τον κυριεύει.

— Ο Αριστοτέλης είναι ο δάσκαλος όλων μας. Μα η αλήθεια είναι πικρή. Εδώ τον μελετάτε με ζήλο που μας γεμίζει θαυμασμό και ντροπή μαζί. Στην Πόλη, οι περισσότεροι κυνηγούν πια μόνο πολεμικές δόξες και χρυσάφι.

Ευχαριστημένος, ο χαλίφης τον οδήγησε στη διπλανή αίθουσα. Εκεί, ο χρόνος έμοιαζε να κυλά με άλλους ρυθμούς. Άνδρες σκυμμένοι πάνω σε περγαμηνές αντέγραφαν και σχολίαζαν, ενώ ψίθυροι ελληνικών και αραβικών λέξεων μπλέκονταν απόλυτα φυσικά.

Σε ένα τραπέζι, δύο νέοι γραφείς κρατούσαν σημειώσεις από ένα ελληνικό χειρόγραφο. Ήταν ο Δημήτριος και ο Γεώργιος. Η καρδιά τους σκίρτησε αντικρίζοντας τον Ιωάννη. «Ένας Έλληνας! Ένας δικός μας, λόγιος του Αυτοκράτορα!» σκέφτηκαν. Ο Δημήτριος έσφιξε το καλάμι της γραφής, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή του.

Ο Ιωάννης, παρασυρμένος από τις τροχιές των άστρων, δεν τους πρόσεξε αμέσως. Εξηγούσε με πάθος τους κύκλους του Πτολεμαίου, ενώ ο αλ-Μαμούν τον παρακολουθούσε με μάτια που άστραφταν.

— Έχεις ψυχή ερευνητή, Ιωάννη. Μείνε μαζί μας. Δίδαξέ μας όσα αγνοούμε και μάθε όσα μπορούμε να σου προσφέρουμε.

Ο χαλίφης σηκώθηκε και πλησίασε έναν μεγάλο χάλκινο αστρολάβο που έλαμπε στο φως των λυχναριών.

— Μετρήσαμε τη διάμετρο της γης με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους αρχαίους Έλληνες, συνέχισε με περηφάνια. Και όμως...

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του.

— Δέσποτά μου, αν μου επιτρέπεις!

Η φωνή ήταν νεανική, άτολμη και έτρεμε σαν τη φλόγα του κεριού στο ρεύμα του αέρα. Όλα τα βλέμματα στην αίθουσα στράφηκαν απότομα προς τον νεαρό που είχε κάνει το παράτολμο βήμα μπροστά. Ο Δημήτριος στεκόταν όρθιος, με το σώμα του να προδίδει την ταραχή του και τα χέρια του να τρέμουν πάνω στο λινό του ένδυμα. Ο Ιωάννης γύρισε έκπληκτος. Η καθαρή ελληνική λαλιά και το αρχοντικό, παρά τη φτώχεια του, παράστημα του νέου τον γέμισαν απορία.

— Ποιος είσαι, παιδί μου; ρώτησε σιγανά.

Ο Δημήτριος γονάτισε στο μαρμάρινο δάπεδο.

— Ένας πρώην σκλάβος, κύριε. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Το όνομά μου είναι Δημήτριος. Κι αυτός, είπε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού τον σύντροφό του, είναι ο αδελφικός μου φίλος, ο Γεώργιος.

Ένα κύμα ψιθύρων, σαν το θρόισμα των φύλλων πριν την καταιγίδα, απλώθηκε στην αίθουσα. Ο Χαλίφης σήκωσε το χέρι του και η σιωπή επανήλθε, βαριά και επιβλητική.

— Σκλάβοι κάποτε, μα Έλληνες πάντα. Και τώρα, οι πιο λαμπροί μαθητές μας στον Οίκο της Σοφίας, είπε ο αλ-Μαμούν με φανερή περηφάνια. Τι έχεις να πεις γι' αυτό, Ιωάννη;

Ο Ιωάννης κοίταξε τον Δημήτριο στα μάτια. Είδε εκεί μια παράξενη σπίθα, όπου η φωτιά της δίψας για μάθηση πάλευε με τον φόβο του παρελθόντος.

— Θα πω, Μεγαλειότατε, είπε τελικά, πως η σοφία δεν γνωρίζει δεσμά. Πάντα βρίσκει τρόπο να λάμψει, ακόμη κι όταν γεννιέται μέσα στη σκλαβιά.

Πλησίασε τους δύο νέους και τους χαιρέτισε με έναν σεβασμό που δεν άρμοζε σε σκλάβους αλλά σε ισότιμους λόγιους.

— Δημήτριε, Γεώργιε, η καρδιά μου χαίρεται που σας βρίσκω εδώ. Μαζί θα μελετήσουμε και μαζί θα επιστρέψουμε στον Θεόφιλο ό,τι μπορεί να φωτίσει το σκοτάδι και να ομορφύνει την Πόλη μας.

Ο αλ-Μαμούν τους κοίταξε με βαθιά εκτίμηση.

— Η σοφία δεν γνωρίζει δεσμά, επανέλαβε τα λόγια του Ιωάννη. Εσείς είστε η ζωντανή της απόδειξη. Δείξτε στον κόσμο πως ο άνθρωπος κερδίζει την ελευθερία του όχι μόνο με τη δύναμη των χεριών, αλλά με την ακατανίκητη δύναμη του πνεύματος

Εκεί, ανάμεσα στους αστρολάβους και τους παπύρους, τρεις γενιές ανθρώπων κατάλαβαν πως εκείνη τη στιγμή δεν αντάλλασσαν απλώς ιδέες. Έγραφαν τις πρώτες λέξεις μιας ιστορίας που θα αντηχούσε για αιώνες.

Η βυζαντινή αποστολή δεν κατέλυσε στο παλάτι. Ο χαλίφης, θέλοντας να τους τιμήσει όρισε να φιλοξενηθούν σε ένα ειδικό οίκημα, μόλις λίγα βήματα από το Μπαϊτ αλ-Χικμά, τον θρυλικό Οίκο της Σοφίας. Εκεί, κάτω από τους πέτρινους θόλους, οι Έλληνες λόγιοι συναντούσαν καθημερινά Άραβες, Πέρσες και Σύρους σοφούς. Ξεκίνησε έτσι ένας διάλογος που έμελλε να σφραγίσει την ιστορία, καθώς, λέξη τη λέξη, ο θόρυβος του πολέμου παραχωρούσε τη θέση του στη γαλήνη της σκέψης.

Ο Ιωάννης παρατηρούσε με δέος το πάθος των Αράβων για τη γνώση. Θαύμαζε την απέραντη υπομονή με την οποία αντέγραφαν κάθε γραμμή, τη δίψα με την οποία έθεταν ερωτήματα και, κυρίως, την τόλμη με την οποία αμφισβητούσαν ακόμη και τους πιο σεβαστούς δασκάλους. Για εκείνους, το ερώτημα δεν ήταν απειλή. Ήταν η ιερή αρχή κάθε ανακάλυψης.

Εκείνοι, με τη σειρά τους, έβλεπαν στους Έλληνες τον ζωντανό δεσμό με την αρχαία σοφία. Άκουγαν τη γλώσσα στην οποία γεννήθηκαν τα μεγάλα ερωτήματα για τον κόσμο, για τη φύση και για την ανθρώπινη ύπαρξη. Αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική και μαθηματικά σμίλευαν την καθημερινότητά τους. Κείμενα διαβάζονταν μεγαλόφωνα, μεταφράζονταν με ευλάβεια, σχολιάζονταν με πάθος και διορθώνονταν κάτω από το φως των λυχνιών.

Μια πνευματική "άνοιξη" συνέβαινε στη Βαγδάτη. Η γνώση γινόταν η κοινή γλώσσα που καταργούσε τα σύνορα και τις έχθρες, μετατρέποντας τους εχθρούς σε συνοδοιπόρους στην αναζήτηση της αλήθειας.

Οι μέρες στη Βαγδάτη κυλούσαν ρυθμικά, με τον ήχο των γραφίδων να "γρατζουνά" την περγαμηνή και τους ψιθύρους των συλλογισμών να γεμίζουν τον αέρα. Άλλοτε μόνοι και άλλοτε ανάμεσα σε κύκλους σοφών, ο Ιωάννης, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος βυθίζονταν σε έναν κόσμο δίχως τέλος.

Πάπυροι απλώνονταν μπροστά τους σαν χάρτες του νου, αστρονομικά όργανα στρέφονταν με ακρίβεια στον νυχτερινό ουρανό και μαθηματικοί πίνακες γέμιζαν με σημεία, κύκλους και αριθμούς που έκρυβαν τα μυστικά του σύμπαντος. Κάθε χειρόγραφο που ξεφύλλιζαν ήταν ένα παράθυρο σε έναν άλλον κόσμο· και κάθε σελίδα που γύριζαν, ένας χτύπος της καρδιάς πιο κοντά στην αλήθεια.

Η Βαγδάτη ξημέρωνε ήσυχη και η αίθουσα των σοφών πλημμύριζε σιγά σιγά με το πρώτο φως. Ο Ιωάννης, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος ήταν ήδη σκυμμένοι πάνω από αστρονομικούς πίνακες, καταγράφοντας νέες παρατηρήσεις, όταν η βαριά πόρτα άνοιξε βίαια, σπάζοντας τη γαλήνη.

Ένας νεαρός υπηρέτης όρμησε μέσα πανικόβλητος, με την ανάσα του κομμένη.

— Κύριε, το χειρόγραφο του Αριστοτέλη! Χάθηκε!

Ο Ιωάννης ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Ήταν το πολύτιμο κείμενο που είχε φέρει μαζί του από την Κωνσταντινούπολη, ένα κειμήλιο μοναδικό στον κόσμο.

— Κλείστε τις πόρτες, διέταξε χαμηλόφωνα. Τώρα. Πρέπει να το βρούμε πριν η είδηση φτάσει στα αυτιά του χαλίφη.

— Κάποιος το πήρε σκόπιμα, ψιθύρισε ο Γεώργιος, σφίγγοντας τις γροθιές του. Τέτοιοι θησαυροί δεν εξαφανίζονται μόνοι τους.

Ο Δημήτριος σηκώθηκε αμέσως, διατηρώντας την ψυχραιμία του παρά τον φόβο που έβλεπε στα μάτια των άλλων.

— Ας μην βιαζόμαστε να δικάσουμε, είπε με φωνή γεμάτη υπευθυνότητα. Ίσως κάποιος να παρασύρθηκε από περιέργεια και όχι από απληστία. Δεν έχουμε χρόνο για κατηγορίες. Εγώ θα ψάξω στο υπόγειο. Γεώργιε, τρέξε στις αποθήκες.

Καθώς ερευνούσαν τον χώρο, μια ξαφνική κίνηση πίσω από ένα ράφι γεμάτο παλιούς παπύρους τράβηξε την προσοχή τους. Μια σκιά αδέξια και νευρική, ξεπρόβαλε σαν φάντασμα μέσα από τη σκόνη. Ήταν ένας νεαρός μαθητευόμενος. Στο πρόσωπό του πάλευαν ο τρόμος και μια παράξενη λαχτάρα. Στα χέρια του κρατούσε το χειρόγραφο σφιχτά, λες και ήταν η ίδια του η ζωή.

Ο Ιωάννης πλησίασε αργά, με βήμα σταθερό.

— Γιατί το έκανες; ρώτησε με φωνή αυστηρή αλλά όχι άγρια. Ήθελες τη γνώση ή τον πλούτο που κρύβει η πώλησή του;

Ο νέος κατάπιε με δυσκολία ενώ τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά του.

— Δεν ήθελα να το κλέψω, ψέλλισε. Μόνο μια ματιά, μια στιγμή, να νιώσω πως μπορώ να διαβάσω έστω μια φράση από τον μεγάλο δάσκαλο! Δεν ήξερα πως θα προκαλούσα τέτοιο κακό.

Εκείνη τη στιγμή, βαριά βήματα ακούστηκαν έξω από την αίθουσα. Οι πόρτες άνοιξαν και δύο ένοπλοι φύλακες στάθηκαν στο κατώφλι, κοιτάζοντας υποψιασμένα.

— Τίποτε σοβαρό, είπε ο Ιωάννης στρεφόμενος προς το μέρος τους, με την επιβλητικότητα που του έδινε το αξίωμά του. Μια μικρή παρεξήγηση με τη σειρά των κειμένων. Μπορείτε να αποχωρήσετε.

Οι φύλακες αντάλλαξαν ένα βλέμμα αλλά υποκλίθηκαν και έφυγαν. Ο μαθητευόμενος σήκωσε τα μάτια του γεμάτα ανακούφιση και ευγνωμοσύνη. Ο Δημήτριος τον κοίταξε για μια στιγμή και είδε στην έκφρασή του τον δικό του εαυτό, τότε που πρωτοβρέθηκε μπροστά στα μυστικά των βιβλίων.

— Η γνώση δεν κλέβεται, φίλε μου, του είπε μαλακά. Προσφέρεται σε όποιον την ψάχνει. Αν θέλεις αλήθεια να μάθεις, έλα μαζί μας. Ρώτησε. Διάβασε. Μην κρύβεσαι σαν ένοχος στο σκοτάδι.

Ο Ιωάννης πήρε το χειρόγραφο με προσοχή και το άπλωσεπάνω στο μεγάλο τραπέζι. Η αίθουσα βυθίστηκε και πάλι στη σιωπή, όχι τη σιωπή του φόβου, αλλά εκείνη της ιερής συγκέντρωσης. Και ο Αριστοτέλης φάνηκε να περιμένει υπομονετικά τον επόμενο αναγνώστη του έτοιμος να μοιραστεί τα μυστικά του.

Share