ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14- Δικαιοσύνη

2026-02-05

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Η δεύτερη μέρα στην Κωνσταντινούπολη ξημέρωσε διαφορετική. Το ίδιο φωτεινή αλλά πιο αληθινή. Ο ενθουσιασμός της πρώτης γνωριμίας είχε δώσει τη θέση του σε μια βαθύτερη περιέργεια για την ίδια τη ζωή της Πόλης.

Ο ήλιος ανέβαινε αργά πίσω από τους τρούλους και τις στέγες και η πόλη ξυπνούσε με τον γνώριμο παλμό της, καμπάνες που καλούσαν σε προσευχή, βήματα στους λιθόστρωτους δρόμους, φωνές εμπόρων που άνοιγαν τους πάγκους τους.

Ο Δημήτριος στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Χθες η Πόλη τού είχε φανεί σαν όραμα, σαν μια οφθαλμαπάτη της ερήμου. Σήμερα την έβλεπε όπως ήταν πραγματικά, απέραντη, πολυάνθρωπη, πολύβουη. Μια πόλη που είχε τη δύναμη να αγκαλιάσει όσους της ανήκαν, μα που δεν χαριζόταν σε κανέναν αν δεν την κέρδιζε με την αξία του.

Ο Γεώργιος ήταν ήδη έτοιμος σφίγγοντας με αποφασιστικότητα το ζωνάρι του.

— Χθες επιστρέψαμε, είπε με νόημα, κοιτάζοντας τον φίλο του. Σήμερα ξεκινάμε να την κατακτήσουμε.

Ο Δημήτριος ένιωθε μέσα του μια παράξενη ανησυχία, όχι φόβο, αυτόν τον είχαν αφήσει πίσω, αλλά μια προσμονή. Η ελευθερία που τόσο είχαν λαχταρήσει ήταν ένα μεγάλο δώρο αλλά και μια τεράστια ευθύνη. Έπρεπε να αποφασίσουν πώς θα τη ζήσουν!

Κατέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν στον δρόμο. Η Κωνσταντινούπολη απλωνόταν μπροστά τους καταφύγιο αλλά και πρόσκληση-πρόκληση.

Καθώς ανηφόριζαν προς τον περίφημο ναό της Αγίας Σοφίας, με την επιθυμία να ευχαριστήσουν την Του Θεού Σοφία για τη σωτηρία τους, ο δρόμος τους έκλεισε απότομα. Ένα μεγάλο πλήθος έτρεχε, φώναζε και εκτόξευε κατάρες. Πέτρες πετούσαν στον αέρα, ενώ γέλια και κοροϊδίες αντηχούσαν βαριά πάνω από τα κεφάλια τους.

— Άσχημη μέρα ξημέρωσε σήμερα, είπε ο Δημήτριος, στρέφοντας το βλέμμα στον φίλο του με ανησυχία. Κάτι κακό συμβαίνει. Καταλαβαίνεις το λόγο αυτής της αναταραχής;

Ο Γεώργιος άπλωσε το χέρι και έδειξε προς το κέντρο του δρόμου, εκεί όπου το πλήθος πύκνωνε.

— Για κοίτα εκεί, είπε χαμηλόφωνα. Βλέπεις τον γάιδαρο; Και τον άνθρωπο που κάθεται ανάποδα στη ράχη του;

Ο Δημήτριος έσμιξε τα φρύδια, προσπαθώντας να διακρίνει τη μορφή μέσα στη σκόνη.

— Τα χάλια του έχει! Κουρεμένος κακήν κακώς, το πρόσωπό του μαύρο από την κάπνα, κουρέλια κρέμονται από πάνω του. Κρατιέται απεγνωσμένα από την ουρά του ζώου για να μη σωριαστεί στις πέτρες. Είναι να τον λυπάται η ψυχή σου. Αυτόν κοροϊδεύουν; Τι να έκανε ο καημένος;

— Κάτι σοβαρό, αποκρίθηκε ο Γεώργιος. Έκλεψε, έβαλε φωτιά ή διέπραξε κάποιο άλλο μεγάλο αδίκημα. Τώρα τον διαπομπεύουν, τον εκθέτουν στη χλεύη του κόσμου πριν δικαστεί και τιμωρηθεί από τον νόμο.

— Τι μπορεί να έκλεψε για να υποφέρει τέτοιο εξευτελισμό;

— Τα πάντα, Δημήτριε. Από όπλα μέχρι σταφύλια και ζώα. Οι κλέφτες εδώ είναι τεχνίτες, έχουν τη δική τους σκοτεινή επιστήμη. Τα ζώα τα βάφουν και τα πουλάνε αμέσως, πριν προλάβουν να τα αναγνωρίσουν οι ιδιοκτήτες τους. Κι οι ίδιοι, βάφουν τα πρόσωπά τους μαύρα για να χάνονται στο σκοτάδι, ενώ στα πέλματά τους δένουν σφουγγάρια, για να γλιστρούν στα σπίτια αθόρυβα σαν ίσκιοι.

Ο Δημήτριος κοίταξε πιο προσεκτικά τον άνδρα με τη σάλπιγγα που προπορευόταν.

— Κι εκείνος;

— Ο ντελάλης; Τον έκανε "βούκινο" τον κλέφτη. Περιφέρεται στις συνοικίες, διαλαλεί το έγκλημα και καλεί τον κόσμο να δει τη διαπόμπευση. Είναι ένα μάθημα για όλους, ένας τρόπος να σπείρουν τον φόβο ώστε να μην τολμήσει να κάνει κανείς το ίδιο.

— Ούτε ψύλλος στον κόρφο του, μουρμούρισε ο Δημήτριος με μια ανατριχίλα.

— Πού να δεις τις τιμωρίες! συνέχισε ο Γεώργιος. Έκλεψες; Σε σημαδεύουν στο μέτωπο με πυρακτωμένο σίδερο. Έκλεψες δεύτερη φορά; Σου κόβουν το χέρι. Για άλλα αδικήματα, σου κόβουν τη γλώσσα ή σε βυθίζουν στο σκοτάδι της τύφλωσης.

— Στην Πόλη; Τέτοιες σκληρές τιμωρίες; Ούτε που το φανταζόμουν! Υπάρχει, άραγε, και η έσχατη ποινή; Ο θάνατος;

Ο Γεώργιος τον κοίταξε λοξά, με ένα πικρό χαμόγελο.

— Εσύ τι λες; Δοκίμασε να αφαιρέσεις ζωή ή να λιποτακτήσεις από το στράτευμα και θα δεις.

Ο Δημήτριος σώπασε, νιώθοντας το πλήθος να βουίζει γύρω του σαν μελίσσι.

— Κι αν κάνουν λάθος; είπε τελικά. Πάει ο άνθρωπος «σαν το σκυλί στ' αμπέλι». Ξέρεις, όταν ήμουν παιδί, ο σκύλος μου μπήκε στ' αμπέλι του γείτονα γιατί του άρεσαν τα σταφύλια, πιάστηκε στην παγίδα που αυτός είχε στήσει και πέθανε. Και, φυσικά, σύμφωνα με τον νόμο δεν αποζημιώθηκα. Το τι κλάμα έριξα! Αρχίζω και φοβάμαι το πλήθος. Έχει πάθος. Και μίσος.

Ο Γεώργιος κούνησε το κεφάλι καθησυχαστικά.

— Μη φοβάσαι. Εδώ δεν είμαστε στη Ρώμη. Δεν ρίχνουν ανθρώπους στα λιοντάρια, ούτε έχουν μονομάχους να σφάζονται για το κέφι του όχλου. Εδώ διασκεδάζουν με τις αρματοδρομίες στον Ιππόδρομο. Η πιο συνηθισμένη ποινή των δικαστών είναι ο περιορισμός σε μοναστήρι, για να βρει ο ένοχος τη σωτηρία της ψυχής του. Η Πόλη είναι γεμάτη πτωχοκομεία και νοσοκομεία. Όλα αυτά δείχνουν έναν λαό που έχει καρδιά.

Ο Δημήτριος πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης, αφήνοντας την ένταση να φύγει από πάνω του. Κοίταξε γύρω του τα πανύψηλα τείχη, τους δαιδαλώδεις δρόμους και το πλήθος που άρχιζε πια να διαλύεται, επιστρέφοντας στις δουλειές του. Ο γάιδαρος χάθηκε σε ένα σκιερό στενό, η σάλπιγγα του ντελάλη σώπασε και ο δρόμος ξαναβρήκε τον καθημερινό ρυθμό του. Ήταν σαν να είχε ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια τους ένα μάθημα σκληρό, μια υπενθύμιση πως η τάξη στην αυτοκρατορία είχε το δικό της τίμημα.

— Είναι ένας κόσμος γεμάτος αντιθέσεις, είπε ο Δημήτριος. Πόσοι άνθρωποι λες να ζουν μέσα στα τείχη;

—Λένε ότι είναι γύρω στις πεντακόσιες χιλιάδες, κάποτε ήταν περισσότεροι.

Ο Δημήτριος στάθηκε για μια στιγμή άναυδος, προσπαθώντας να συλλάβει τον αριθμό.

— Πεντακόσιες χιλιάδες; επανέλαβε με δέος. Πού χωράει τόση ζωή, Γεώργιε; Πώς προλαβαίνει η γη να τους θρέψει και πώς τους χωρά ο ουρανός χωρίς να στενέψει;

— Είναι μια ολόκληρη οικουμένη κλεισμένη μέσα σε πέτρινα τείχη, είπε ο Γεώργιος, καθώς άρχισαν να περπατούν ξανά αφήνοντας πίσω τους τη σκόνη και την κάπνα της διαπόμπευσης. Κοίταξε προσεκτικά γύρω σου. Δεν θα δεις μόνο Ρωμιούς. Σ' αυτά τα σταυροδρόμια θα ακούσεις όλες τις γλώσσες του κόσμου

Έδειξε με το κεφάλι του την κίνηση στην αγορά.

— Εκείνος ο έμπορος με τα βαριά γούνινα καπέλα έρχεται από τις παγωμένες, άγριες χώρες των Ρως. Εκείνοι οι άντρες με τα λεπτά λινά υφάσματα και το σκούρο δέρμα ταξίδεψαν από τα βάθη της Αιγύπτου. Ακόμα και Άραβες, σαν τον σοφό δάσκαλό μας στη Βαγδάτη, μπαινοβγαίνουν εδώ φέρνοντας μαζί τους πολύτιμα εμπορεύματα και τη δίψα για τη γνώση.

Συνέχισαν τον δρόμο τους με βήμα αργό. Όσο πλησίαζαν, ο ναός της Αγίας Σοφίας υψωνόταν μπροστά τους επιβλητικός, μια παρουσία που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινο μέτρο. Στάθηκαν για μια στιγμή μπροστά στη Μεγάλη Πύλη, νιώθοντας την ανάσα τους να κόβεται. Ο αέρας γύρω τους μοσχοβολούσε μελισσοκέρι και παλιό ξύλο. Ο Δημήτριος άπλωσε το χέρι και χάιδεψε με ευλάβεια το σκαλιστό ξύλο της πύλης, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν όνειρο. Δρασκέλισαν το κατώφλι και πέρασαν από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό. Μια βαθιά, ιερή σιωπή τούς τύλιξε αμέσως.

Ένιωσαν τον χώρο να ανοίγεται απέραντος μπροστά τους και τους εαυτούς τους μικρούς, σχεδόν αόρατους. Ο Δημήτριος σήκωσε το κεφάλι και ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν από το δέος. Πάνω από το κεφάλι του, ο τεράστιος τρούλος έμοιαζε να μην στηρίζεται σε τοίχους, αλλά απευθείας από τον ίδιο τον ουρανό. Το φως, που πλημμύριζε από τα σαράντα παράθυρα στη βάση του θόλου, χόρευε πάνω στα χρυσά ψηφιδωτά, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που δεν ήταν ούτε μέρα ούτε νύχτα αλλά ένα αιώνιο δειλινό.

— Γεώργιε, ψιθύρισε ο Δημήτριος, και η φωνή του χάθηκε μέσα στους θόλους. Εδώ, εδώ δεν υπάρχει γη. Μόνο ουρανός.

Ο Γεώργιος παρέμενε ακίνητος, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στο δάσος από πολύχρωμους μαρμάρινους κίονες , πράσινους από την Κάρυστο, πορφυρούς από την Αίγυπτο, που έμοιαζαν με πέτρινο δάσος. Η μυρωδιά του λιβανιού και του κεριού ήταν τόσο πυκνή, που ένιωθες πως μπορούσες να την πιάσεις.

Κάτω από τα πόδια τους, το δάπεδο ήταν μια αποκάλυψη. Μεγάλοι όγκοι από μάρμαρο είχαν κοπεί και τοποθετηθεί έτσι ώστε οι φλέβες τους να σχηματίζουν κύματα.

Τα ψηφιδωτά στους τοίχους και στα τρίγωνα έλαμπαν με ένα απόκοσμο φως. Εκατομμύρια μικρές ψηφίδες από χρυσό, γυαλί και σμάλτο απεικόνιζαν αγγέλους με έξι φτερά, τα Σεραφείμ, που έμοιαζαν να φρουρούν τις γωνίες του ναού. Κάθε φορά που ο αέρας κουνούσε τις φλόγες των πολυελαίων, οι μορφές στους τοίχους έμοιαζαν να ζωντανεύουν και να κινούνται κι αυτές. Στο βάθος, η Αγία Τράπεζα και το Εικονοστάσι ήταν στολισμένα με ασήμι και σμάλτο.

— Δεν είναι οικοδόμημα αυτό, Δημήτριε, είπε ο Γεώργιος. Είναι η γεωμετρία του Θεού που την φανέρωσε στους ανθρώπους.

Προχώρησαν αργά προς το κέντρο, κάτω από το βλέμμα του Παντοκράτορα. Εκεί, μέσα στο φως που πλημμύριζε τον χώρο, ο Δημήτριος ένιωσε την κούραση της ερήμου να εξατμίζεται. Η Βαγδάτη με τα παλάτια της ήταν μεγαλειώδης αλλά η Αγία Σοφία ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν η απόδειξη πως ο άνθρωπος μπορεί να χτίσει ένα σπίτι για το Άπειρο, το Ατελεύτητο, το Άχρονο, το Φως το Ανέσπερο.

Γονάτισαν και οι δύο στην άκρη του σολέα*. Δεν ζήτησαν πλούτη, ούτε δόξα. Ζήτησαν μόνο να ριζώσουν σ' αυτό το χώμα και η γνώση που έφεραν από τα ξένα να καρπίσει.

Όταν σηκώθηκαν, τα πρόσωπά τους ήταν γαλήνια. Μέσα τους είχαν βρει την ηρεμία που χρειάζονταν για να ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή.

Έξω συνάντησαν τον Ιωάννη Γραμματικό, που τους οδήγησε σε μια βαριά πέτρινη είσοδο, λίγο πιο πέρα από το Μίλιον*.

— Στην Πόλη, τους είπε, η ομορφιά είναι πάνω από τη γη, μα η ζωή κρύβεται κάτω από αυτήν.

Κατέβηκαν τα πέτρινα σκαλιά και η ζέστη της ημέρας αντικαταστάθηκε από μια ξαφνική, υγρή δροσιά. Καθώς τα μάτια τους συνήθιζαν στο μισοσκόταδο, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος πάγωσαν από έκπληξη. Μπροστά τους απλωνόταν μια απέραντη, ακίνητη λίμνη, που χανόταν στα βάθη της γης. Εκατοντάδες κίονες υψώνονταν μέσα από το νερό, στηρίζοντας θολωτές οροφές, θυμίζοντας έναν αρχαίο ναό βυθισμένο στο σκοτάδι.

— Είναι το "Υπόγειο Παλάτι", ψιθύρισε ο Γεώργιος, βλέποντας το φως των πυρσών να τρεμοπαίζει στην επιφάνεια του νερού.

Ο Δημήτριος πλησίασε στην άκρη και άπλωσε το χέρι του. Το νερό ήταν κρύο και πεντακάθαρο. Θυμήθηκε τις μέρες στην έρημο, όταν μια στάλα νερό άξιζε όσο ένα χρυσό νόμισμα. Εδώ, οι Βυζαντινοί είχαν φυλακίσει ολόκληρα ποτάμια κάτω από τα πόδια τους.

— Κοίταξε τους κίονες, παρατήρησε ο Δημήτριος. Δεν είναι όλοι ίδιοι, λες και ο καθένας έχει τη δική του ιστορία.

Καθώς ο ήχος των σταγόνων που έπεφταν ρυθμικά από την οροφή αντηχούσε στον υγρό χώρο, ο Ιωάννης Γραμματικός άπλωσε το χέρι του δείχνοντας τους ατελείωτους κίονες.

— Αυτό που βλέπετε, είπε, είναι η Βασιλική Δεξαμενή. Την ονομάζουμε έτσι γιατί από πάνω της στέκει η Βασίλειος Στοά, εκεί όπου οι νόμοι της αυτοκρατορίας αποδίδουν δικαιοσύνη. Όμως, αν ρωτήσετε τους παλιούς τεχνίτες, θα σας πουν πως αυτό είναι το αθάνατο έργο του Ιουστινιανού.

Ο Δημήτριος παρατηρούσε τα περίτεχνα σκαλίσματα στα κιονόκρανα.

— Ο Ιουστινιανός, συνέχισε ο Ιωάννης, ήθελε να χτίσει κάτι που να αντέχει όσο και η ίδια η Αυτοκρατορία. Μετά τη μεγάλη φωτιά της Στάσης του Νίκα, πριν από τρεις αιώνες, πήρε κίονες από κάθε γωνιά του κόσμου, από ναούς αρχαίους και λουτρά ξεχασμένα και τους έφερε εδώ, στα σπλάχνα της γης. Είδε πως η Πόλη μεγάλωνε και κατάλαβε πως ο χρυσός δεν πίνεται. Το νερό είναι ο πραγματικός θησαυρός σε μια πολιορκία.

Στο βάθος, διέκριναν δύο τεράστιες βάσεις κιόνων που είχαν τη μορφή της Μέδουσας, η μία ανάποδα και η άλλη πλαγιαστά.

— Τις τοποθέτησαν έτσι για να μην μπορεί το πέτρινο βλέμμα τους να μαρμαρώσει κανέναν, είπε ο Ιωάννης χαμογελώντας με νόημα. Φυσικά η πραγματική τους δύναμη είναι άλλη. Χωρίς αυτό το νερό, η Πόλη δεν θα άντεχε ούτε μία εβδομάδα πολιορκίας. Αυτή η δεξαμενή είναι η πηγή που δίνει νερό στα σιντριβάνια, στα λουτρά και στα σπίτια χιλιάδων ανθρώπων.

— Είναι λοιπόν ένας ναός για το νερό; ρώτησε ο Γεώργιος.

— Είναι η φροντίδα του βασιλιά για τον λαό του, απάντησε ο Ιωάννης. Στη Βαγδάτη είδατε πώς το νερό δαμάζεται με αυλάκια στην έρημο. Εδώ, ο Ιουστινιανός το φυλάκισε μέσα σε πέτρινους τοίχους. Να το θυμάστε αυτό. Μια πόλη είναι τόσο ισχυρή όσο η γνώση των επιστημόνων και τεχνικών της και επιβιώνει μόνο όταν η σύνεση των αρχόντων που την διοικούν προνοεί για τις δύσκολες μέρες.

Ο Δημήτριος συμφώνησε. Κατάλαβε πως η Δεξαμενή του Ιουστινιανού ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο πατούσε η δόξα του Θεόφιλου και κάθε προηγούμενου και μελλοντικού αυτοκράτορα.

Μετά από αρκετή ώρα ξαναβγήκαν στο φως του ήλιου. Μία βόλτα στη Μέση Οδό ήταν για τον Δημήτριο και τον Γεώργιο μια βουτιά στη βυζαντινή καθημερινότητα. Με τον Ιωάννη Γραμματικό ανάμεσά τους, η διαδρομή δε ήταν απλώς ένας περίπατος, αλλά ένα μάθημα για τη δύναμη και τον πλούτο της Αυτοκρατορίας.

Η Μέση Οδός, ο δρόμος του κόσμου, ανοιγόταν μπροστά τους πλατιά, στρωμένη με μεγάλες πλάκες από γρανίτη, ενώ στις δύο πλευρές της υψώνονταν επιβλητικές κιονοστοιχίες που προσέφεραν σκιά στους περαστικούς.

— Εδώ χτυπά η καρδιά του παγκόσμιου εμπορίου, είπε ο Ιωάννης, δείχνοντας τα εργαστήρια που φώλιαζαν κάτω από τις στοές. Κάθε συντεχνία έχει την ορισμένη της θέση, οι αργυροπράτες, οι μεταξάδες, οι μυρεψοί. Η Πόλη δεν κοιμάται ποτέ.

Καθώς προχωρούσαν, οι μυρωδιές άρχισαν να τους ζαλίζουν μεθυστικά. Από τα εργαστήρια των μυρεψών ξεχύνονταν αρώματα μαστίχας, κανέλας και ακριβού μόσχου από τις Ινδίες. Αυτοί οι τεχνίτες, που ήταν ταυτόχρονα αρωματοποιοί και φαρμακοποιοί, είχαν και την ιερή ευθύνη να παρασκευάζουν το Άγιο Μύρο. Τα εργαστήριά τους βρίσκονταν στρατηγικά στην είσοδο του Παλατιού, στη Χαλκή Πύλη, ώστε η ευωδιά του λιβανιού να καλύπτει τις οσμές της πόλης, δίνοντας στον επισκέπτη την αίσθηση πως εισέρχεται σε έναν «ουράνιο», εξαγνισμένο χώρο.

Λίγο πιο πέρα, οι μεταξάδες άπλωναν υφάσματα σε χρώματα που οι δύο νέοι δεν είχαν ξαναδεί ποτέ, βαθύ πορφυρό, σμαραγδί και το ρόδινο χρώμα της αυγής, όλα περίτεχνα υφασμένα με χρυσή κλωστή.

— Προσέξτε τους ανθρώπους γύρω σας, ψιθύρισε ο Γραμματικός.

Πράγματι, η Μέση Οδός ήταν ένα παλλόμενο μωσαϊκό εθνών. Πλάι τους περνούσαν έμποροι από τη μακρινή χώρα των Χαζάρων, μεγαλόσωμοι Βίκινγκς από τον Βορρά με άγριο βλέμμα, αλλά και Άραβες πραματευτάδες που συζητούσαν χαμηλόφωνα για τις τρέχουσες τιμές του πιπεριού.

Σταμάτησαν τελικά στον Φόρο του Κωνσταντίνου, μια απέραντη κυκλική πλατεία, στρωμένη εξ ολοκλήρου με λευκό μάρμαρο. Στο κέντρο της δέσποζε ένας επιβλητικός κίονας από πορφυρίτη, στην κορυφή του οποίου ορθωνόταν το άγαλμα του ιδρυτή της Πόλης

— Εδώ, είπε ο Ιωάννης με νόημα, η αρχαία δόξα σμίγει με τη νέα πίστη. Κάτω από τα θεμέλια αυτού του κίονα, λένε πως είναι θαμμένα τα ιερότερα κειμήλια και η ίδια η μυστική τύχη της αυτοκρατορίας *. Καθώς προχωρούσαν, ο Δημήτριος κοντοστάθηκε για να παρατηρήσει έναν ηλικιωμένο γραμματέα, έναν νοτάριο, που καθόταν σκυφτός στη σκιά μιας μαρμάρινης κολόνας. Ο γέροντας έσυρε την κάλαμο με απίστευτη ταχύτητα πάνω σε ένα κομμάτι πάπυρου, ενώ μια γυναίκα, με το πρόσωπο χαραγμένο από την αγωνία, του ψιθύριζε τα λόγια που ήθελε να στείλει στον γιο της, ο οποίος υπηρετούσε στα μακρινά σύνορα.

— Κοίτα, Γεώργιε, είπε ο Δημήτριος. Αυτός ο άνθρωπος κρατάει στα δάχτυλά του τις χαρές και τις λύπες όλης της Πόλης. Μια δική του γραμμή μπορεί να σώσει μια περιουσία ή να παρηγορήσει μια μάνα.

Ο Ιωάννης ο Γραμματικός έγνεψε συγκαταβατικά.

— Είναι οι «ψυχές της αγοράς», Δημήτριε. Ένας απλός πολίτης που θα ήθελε να διαμαρτυρηθεί για μια αδικία ή να ζητήσει μια χάρη από τον αυτοκράτορα ή τον έπαρχο δεν ξέρει να συντάξει ένα επίσημο έγγραφο. Έτσι ο γραμματέας το κάνει για αυτόν έναντι αμοιβής. Κάποιος που θα ήθελε να πουλήσει ένα αμπέλι, να νοικιάσει ένα εργαστήριο ή να συντάξει μια διαθήκη, χρειάζεται έναν επαγγελματία που γνωρίζει το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Για τους ανθρώπους που δεν έμαθαν γράμματα —και είναι, δυστυχώς, η πλειοψηφία— ο γραμματέας είναι η μοναδική γέφυρα επικοινωνίας με τον κόσμο.

— Και οι νόμοι είναι όλοι γραμμένοι; Μπορεί κάποιος να τους μελετήσει ώστε να τους γνωρίζει; ρώτησε ο Δημήτριος με φανερό ενδιαφέρον, καθώς η σκέψη του γύριζε πάντα στη δύναμη της γνώσης.

— Τώρα πια, ναι. Έχουν συγκεντρωθεί, καθαρίστηκαν από τις επαναλήψεις του παρελθόντος και καταγράφηκαν με τάξη. Συγχρόνως, νομοθετούνται διαρκώς νέοι κανόνες που ταιριάζουν στις ανάγκες της εποχής μας, και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα. Φυσικά, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας είναι η πηγή του νόμου, όμως κανείς δεν είναι υπεράνω αυτών των κανόνων ούτε ο ίδιος ο ηγεμόνας.

Ο Ιωάννης χαμογέλασε με μια παλιά ιστορία που θυμήθηκε.

— Κάποτε, ένας υψηλόβαθμος συγκλητικός κλήθηκε σε δείπνο από τον Αυτοκράτορα Ιουστίνο Β΄. Την ίδια ακριβώς ώρα, έπρεπε να παρίσταται σε ένα δικαστήριο. Εκείνος, θεωρώντας πως η πρόσκληση του βασιλιά τον κάλυπτε, προτίμησε το δείπνο. Όμως, τιμωρήθηκε σκληρά με μαστίγωμα για την απουσία του από τη δίκη. Ο Αυτοκράτορας δεν επενέβη, αφήνοντας τον νόμο να πάρει τον δρόμο του, παρόλο που ο συγκλητικός πίστευε πως η φιλία τους θα τον έσωζε.

Ο Δημήτριος έμεινε σκεπτικός. Του φαινόταν σχεδόν απίστευτο πως ένας παντοδύναμος ηγεμόνας υποτασσόταν οικειοθελώς σε γραμμένα χαρτιά. Η απάντηση όμως, και η απόδειξη αυτής της τάξης, δεν άργησε να φανερωθεί μπροστά στα μάτια του.

Λίγες μέρες αργότερα, καθώς οι δύο φίλοι περιπλανιόνταν και πάλι ως εξερευνητές στη Μέση Οδό, είδαν το πλήθος να παραμερίζει ξαφνικά με σεβασμό. Δεν ακούστηκαν τυμπανοκρουσίες, παρά μόνο ο ρυθμικός ήχος από τις οπλές ενός λευκού αλόγου πάνω στις γρανιτένιες πλάκες. Ήταν ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος. Ο Θεόφιλος είχε τη φήμη ηγεμόνα δίκαιου και αδέκαστου. Του άρεσε να συνομιλεί με τους πολίτες και να αφουγκράζεται τα προβλήματά τους. Κάθε εβδομάδα, πραγματοποιούσε μια έφιππη πορεία από το Παλάτι προς τις Βλαχέρνες, ακριβώς για να δίνει την ευκαιρία στον λαό να τον σταματά και να του εκθέτει αδικίες.

Είχε σταματήσει το άλογό του στη μέση της αγοράς, εκεί που μια μαυροφορεμένη γυναίκα του είχε φράξει τον δρόμο και του μιλούσε έντονα. Ο αυτοκράτορας την άκουγε προσεκτικά και το μέτωπό του είχε σκοτεινιάσει. Η οργή φαινόταν στα μάτια του.

— Δέσποτά μου, έλεγε η γυναίκα, ο Πετρωνάς, ο αδελφός της Αυγούστας, έχτισε ένα μέγαρο τόσο ψηλό που ο ήλιος δεν αγγίζει πια το φτωχικό μου. Το σπίτι μου βυθίστηκε στο σκοτάδι, ήλιο δεν βλέπω εγώ και τα παιδιά μου. Η αξία του χάθηκε. Είχες δώσει διαταγή να αποζημιωθώ σύμφωνα με τους νόμους του Βυζαντίου. Ο Πετρωνάς όχι μόνο με αγνόησε αλλά έβαλε τη φρουρά του να μου κλείνει τον δρόμο για να μην σε ξαναβρώ και σου φανερώσω την αλήθεια.

Ο Θεόφιλος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Όταν έδινε εντολή, περίμενε ότι θα εφαρμοστεί το δίχως άλλο. Κάτι που φαινόταν να μην ίσχυε τώρα.

Η ανυπακοή του Πετρωνά δεν ήταν απλώς μια αδικία προς μια ανίσχυρη χήρα. Ήταν μια ευθεία προσβολή προς το ίδιο το Στέμμα και την ιερότητα των νόμων.

— Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη μα αγαπάει και τον νοικοκύρη, ψιθύρισε ο Γεώργιος στον Δημήτριο, βλέποντας τον αυτοκράτορα να γνέφει σε δύο συγκλητικούς της ακολουθίας του.

— Πηγαίνετε επί τόπου, πρόσταξε ο Θεόφιλος με φωνή αυστηρή. Μάθετε αν είναι αλήθεια όσα ισχυρίζεται η γυναίκα.

Η αναμονή στην αγορά ήταν βαριά. Μετά από λίγη ώρα, οι συγκλητικοί επέστρεψαν. Η μαρτυρία τους ήταν ξεκάθαρη. Η χήρα έλεγε την αλήθεια. Ο Πετρωνάς είχε όντως θελήσει να υψώσει το ανάστημά του πάνω από τον νόμο. Τότε, ο Θεόφιλος στράφηκε προς τη φρουρά του. Η απόφασή του έπεσε σαν κεραυνός.

— Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου, ούτε ο αδελφός της Αυτοκράτειρας. Διατάζω να κατεδαφιστεί το μέγαρο του Πετρωνά ως την τελευταία πέτρα. Ο ίδιος να μαστιγωθεί δημόσια εδώ, μπροστά στα μάτια του λαού που αδίκησε. Και τα υλικά της κατεδάφισης να δοθούν στη γυναίκα αυτή, για να χτίσει ξανά τη ζωή της στο φως του ήλιου.

Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος παρακολουθούσαν εμβρόντητοι. Είδαν τους εργάτες να πιάνουν δουλειά αμέσως και τον ισχυρό αξιωματούχο να υποτάσσεται στην ταπεινωτική τιμωρία.

— Βλέπεις, Γεώργιε; είπε ο Δημήτριος καθώς απομακρύνονταν σιγά-σιγά. Ένας νόμος που μένει στα χαρτιά είναι απλό μελάνι. Μα ένας νόμος που γκρεμίζει τα μέγαρα των ισχυρών για να δώσει ήλιο σε μια χήρα, αυτός ο νόμος είναι που κρατά την Πόλη όρθια.

Η βόλτα τους συνεχίστηκε μέχρι τον Φόρο του Θεοδοσίου. Οι δύο νέοι ένιωσαν για πρώτη φορά πως δεν ήταν πια ξένοι, αλλά πολίτες της ενδοξότερης και δικαιότερης πόλης του κόσμου.

* Ο Σολέας είναι ο υπερυψωμένος χώρος που βρίσκεται ανάμεσα στον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Είναι το σημείο μπροστά από το εικονοστάσι (τέμπλο).

* Το Μίλιον ήταν ορόσημο αποστάσεων. Ήταν το σημείο από το οποίο ξεκινούσαν και μετρούνταν όλες οι αποστάσεις των δρόμων που οδηγούσαν στις πόλεις της αυτοκρατορίας. Βρισκόταν στην καρδιά της Πόλης, πολύ κοντά στην Αγία Σοφία, στην αρχή της «Μέσης Οδού».

*Κάτω από τον Φόρο του Κωνσταντίνου πιστευόταν ότι υπήρχε ένα από τα πιο μυστηριώδη και «ιερά» σημεία της Πόλης. Σύμφωνα με τις βυζαντινές παραδόσεις, στο κρηπίδωμα της στήλης ο Κωνσταντίνος είχε τοποθετήσει τα λεγόμενα «Παλλάδια», μια συλλογή από αντικείμενα τεράστιας συμβολικής και θρησκευτικής αξίας, που ένωναν τον αρχαίο κόσμο με τον χριστιανισμό

Τι πίστευαν ότι ήταν θαμμένο εκεί:

  • Το Παλλάδιον της Τροίας: Το αρχαίο ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς που, σύμφωνα με τον μύθο, ο Αινείας μετέφερε από την Τροία στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος το έφερε στην Πόλη για να την προστατεύει αιώνια.
  • Τα Καλάθια από τον Πολλαπλασιασμό των Άρτων: Λείψανα από το θαύμα του Χριστού.
  • Οι Αλάξευτες Πέτρες του Μωυσή: Οι πέτρες που χτύπησε ο Μωυσής στην έρημο για να τρέξει νερό.
  • Το Άλειμμα της Μαρίας Μαγδαληνής: Με το οποίο άλειψε τα πόδια του Χριστού.
Share