ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19-Εις Πολλά Έτη

2026-02-25

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19ο

ΕΙΣ ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ

Μετά από μήνες σκληρής δουλειάς, ο ήχος των σφυριών και των σκαρπέλων επιτέλους σίγησε. Τα τείχη της Θεσσαλονίκης ορθώνονταν τώρα περήφανα, μια πέτρινη ασπίδα πάνω από τα νερά του Θερμαϊκού. Στην Άνω Πόλη, το Ορφανοτροφείο έστεκε έτοιμο με τα φρεσκοβαμμένα του παράθυρα να κοιτούν προς τη θάλασσα.

Η Σοφία, έχοντας νοιώσει στο πετσί της την αγριάδα του αποχωρισμού, βάλθηκε να μεταμορφώσει το ψυχρό πέτρινο κτίριο σε ένα ζεστό, αληθινό σπιτικό. Δεν είχε έρθει με άδεια χέρια από τη Βασιλεύουσα. Έφερε μαζί της κοφίνια ξεχειλισμένα με κουβάρια από μετάξι, λινάρια και νήματα βαμμένα με το βαθύ κόκκινο της πορφύρας και του ριζαριού.* Είχε μάθει πώς να «φυλακίζει» την ομορφιά του κόσμου στον αργαλειό.

Μαζί με την Ελένη, την αδελφή του Δημητρίου, έστησαν τα εργαστήρια. Η Ελένη δίδασκε στα παιδιά πώς να βάφουν το μαλλί με χρώματα από τη μακεδονική γη, πώς να ράβουν τα δικά τους ρούχα, αλλά και τους χιτώνες των στρατιωτών που αγρυπνούσαν στις επάλξεις. Η ζωντάνια της έδινε χαρά στον καπετάν Νικήτα, που την καμάρωνε να κατηφορίζει στο λιμάνι για να διαλέξει υφάσματα από τα αμπάρια των καραβιών του. Η Σοφία έγινε η «ψυχή» του σπιτιού, κεντώντας ελπίδα στις καρδιές των παιδιών. Ο Γεώργιος δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό της. Έγινε ο άγρυπνος προστάτης του ιδρύματος, ορκισμένος πως κανένα παιδί κάτω από τη στέγη του δεν θα ένιωθε ξανά την ορφάνια ή την πείνα. Στην είσοδο σκάλισε ένα ανάγλυφο, δύο χέρια που κρατούν ένα ανοιχτό βιβλίο.

Όταν τοποθετήθηκε και η τελευταία πέτρα στις επάλξεις, ο Μητροπολίτης Λέων κήρυξε ημέρα γιορτής και ευχαριστίας. Στην αυλή του Ορφανοτροφείου ευλόγησε το πρώτο κοινό τραπέζι, όπου ορφανά παιδιά και στρατιώτες έτρωγαν μαζί.

Όμως και μέσα στο αρχοντικό του Νικήτα, μια αθόρυβη αλλαγή είχε αρχίσει να υφαίνεται. Η Θεανώ, η μεγαλύτερη αδελφή του Δημητρίου, ήταν εκείνη που πρώτη πρόσεξε πως πίσω από τη δύναμη που είχε ο Γεώργιος όταν χτυπούσε το αμόνι, κρυβόταν μια καρδιά που ήξερε να ακούει τα πουλιά και να διηγείται ιστορίες.

Στην αυλή του Ορφανοτροφείου, ο Γεώργιος είχε στήσει το εργαστήριό του. Εκεί, ανάμεσα στις σπίθες και τα ροκανίδια, δίδασκε στα αγόρια τα μυστικά του μετάλλου και του ξύλου. Και δίπλα του, η Θεανώ συγκέντρωνε τα παιδιά και τα μάθαινε να γράφουν τις ηρωικές ιστορίες που ο Γεώργιος «κεντούσε» με το σφυρί του πάνω στο σίδερο. Η συνεργασία τους έγινε ένας χορός τέχνης και αγάπης.

Ένα βράδυ, καθώς το άρωμα του γιασεμιού γέμιζε την αυλή και η κληματαριά έριχνε τις βαριές σκιές της κάτω από το φεγγαρόφωτο, ο Καπετάν Νικήτας πήρε τον Γεώργιο παράμερα. Το πρόσωπό του ήταν ασυνήθιστα ήρεμο.

— Γεώργιε, του είπε με φωνή σταθερή, τη μέρα που πάτησες το πόδι σου εδώ, είπα πως είσαι το σφυρί που θα χτίσει την πόλη. Τώρα, βλέποντάς σε, καταλαβαίνω πως είσαι εσύ που θα κρατήσεις και το ίδιο μου το γένος όρθιο. Θέλεις να γίνεις γιος μου και με τον νόμο του Θεού και των ανθρώπων;

Τα μάτια του Γεωργίου έλαμψαν. Χωρίς να πει λέξη έκανε ένα βήμα μπροστά, έπιασε το ροζιασμένο χέρι του καπετάνιου και το έφερε στο μέτωπό του.

— Καπετάνιε, πατέρα μου, ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε. Όταν ήρθα στη Θεσσαλονίκη, ήμουν ένας ξένος που έψαχνε τον δρόμο του. Εσείς δεν μου δώσατε μόνο στέγη και δουλειά, μου δώσατε ρίζες.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον γέροντα ίσια στα μάτια, με το βλέμμα του γεμάτο από αποφασιστικότητα.

— Αν θέλω; Είναι η μεγαλύτερη ευλογία της ζωής μου. Να γίνω γιος σου σημαίνει να γίνω ο φύλακας της Θεανώς και ο συνεχιστής της τιμής σου. Υπόσχομαι μπροστά στο Θεό πως το σφυρί που λες δεν θα κουραστεί ποτέ. Θα χτίσω για τη Θεανώ ένα σπιτικό γεμάτο φως και για το γένος σου έναν πύργο που κανένας άνεμος δεν θα μπορέσει να γκρεμίσει.

Ένα πλατύ χαμόγελο, γεμάτο ανακούφιση και περηφάνια, φώτισε το πρόσωπό του. Ήταν πια ένας άντρας που είχε βρει το λιμάνι του και ήταν έτοιμος να το υπερασπιστεί με όλη του τη δύναμη.

Τα χαρμόσυνα νέα διαδόθηκαν στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Εκείνα τα χρόνια, οι γάμοι σφραγίζονταν με μια απλή συμφωνία, ένα τυπικό συμβόλαιο πάνω σε περγαμηνή. Όμως οι καιροί άλλαζαν. Ο Αυτοκράτορας και η Εκκλησία είχαν πλέον ορίσει πως ο δεσμός δύο ανθρώπων δεν ήταν απλή συναλλαγή, αλλά μυστήριο ιερό. Για να ριζώσει η αγάπη, έπρεπε οι νέοι να ενωθούν κάτω από την ευλογία της Στέψης. Έτσι, ο γάμος του Γεωργίου και της Θεανώς έμελλε να μείνει στην ιστορία της Θεσσαλονίκης ως ένας από τους πρώτους που θα τελούνταν με όλη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες χαρούμενες προετοιμασίες. Στη Μητρόπολη, ο Λέων τέλεσε τα αρραβωνιάσματα, τη «Μνήστρα». Εκεί, κάτω από τους θόλους, ανταλλάχθηκαν τα δαχτυλίδια που θα έδεναν τις μοίρες τους, σιδερένιο για τον Γεώργιο, σύμβολο αλύγιστης δύναμης, και χρυσό για τη Θεανώ, σύμβολο ανεκτίμητης αξίας.

Την παραμονή της μεγάλης μέρας, η Ελένη και η Σοφία συνόδευσαν τη νύφη στα δημόσια λουτρά της πόλης, ακολουθώντας την παλαιά συνήθεια. Οι πέτρινοι θόλοι αντήχησαν από τραγούδια και μουσικές, καθώς το νερό και τα σπάνια αρώματα τελούσαν τον αρχαίο καθαρμό της σάρκας και της ψυχής. Μέσα στους πυκνούς ατμούς, στα κρυφά γέλια και στα ψιθυριστά μυστικά, οι γυναίκες ύφαιναν μια δαντέλα από ευχές για τη νέα ζωή που ξεκινούσε.

Η ημέρα του γάμου ξημέρωσε λουσμένη σε έναν ήλιο λαμπρό, τόσο δυνατό, που έκανε τα νερά του Θερμαϊκού να φαντάζουν σαν λιωμένο χρυσάφι που χύθηκε στον κόλπο. Η χαρά, ορμητικό ποτάμι, ξεχύθηκε από τα καλντερίμια της Άνω Πόλης, κατηφόρισε τα τείχη και πλημμύρισε τις προβλήτες του λιμανιού. Ο Γεώργιος και η Θεανώ ήταν πια έτοιμοι να ενωθούν και όλη η Θεσσαλονίκη γιόρταζε μαζί τους.

Στο αρχοντικό του Νικήτα επικρατούσε μια ευχάριστη αναταραχή. Προτού η πομπή ξεκινήσει για τον ναό της Του Θεού Σοφίας, το δωμάτιο της Θεανώς είχε πλημμυρίσει από τις ευωδιές του μύρου και του ροδόνερου. Η Ελένη και η Σοφία είχαν αναλάβει με ευλάβεια το «ιερό» καθήκον να ετοιμάσουν τη νύφη.

Η Θεανώ φορούσε έναν μακρύ χιτώνα από δίμιτο γαλάζιο μετάξι, που άλλαζε αποχρώσεις καθώς το φως του ήλιου έπαιζε πάνω στις πτυχώσεις του. Από πάνω, ο πορφυρός επενδύτης, το πανωβράκιον, ήταν κεντημένος με χρυσές κλωστές που σχημάτιζαν κύκλους, πουλιά και φυτικά μοτίβα.

Αντί για ένα απλό πέπλο, το κεφάλι της στεφάνωνε ένα βαρύ διάδημα από σμάλτο και μαργαριτάρια. Από εκεί κρέμονταν τα περπενδούλια, οι λεπτές χρυσές αλυσίδες που έπεφταν στους ώμους της, κουδουνίζοντας απαλά σε κάθε της κίνηση. Η κυρά-Ζωή άνοιξε μια σκαλιστή κασετίνα από ελεφαντόδοντο και με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση , άρχισε να στολίζει τη νύφη με τους δικούς της θησαυρούς, τα ενώτια σε σχήμα μισοφέγγαρου που ο Νικήτας είχε φέρει από τις μακρινές θάλασσες της Ανατολής, το μανιάκιον, το βαρύ περιλαίμιο που κάθισε στον λαιμό της σαν βασιλικό κόσμημα και τις χρυσές ψέλες, τα βραχιόλια με τα χαραγμένα σύμβολα που υπόσχονταν προστασία.

Η Σοφία, με κινήσεις προσεκτικές, άπλωσε το μεταξωτό φακιόλιο στα μαλλιά της Θεανώς και στερέωσε το λεπτό πέπλο.

— Είσαι πιο όμορφη και από την ίδια την πόλη, της ψιθύρισε, θυμίζοντάς της σιωπηλά πόσο δρόμο είχαν διανύσει από τις στάχτες της καταστροφής ως αυτή τη λαμπερή στιγμή.

Η Θεανώ κοιτάχτηκε στον χάλκινο καθρέφτη. Δεν έβλεπε μόνο μια νύφη στολισμένη με χρυσάφι, αλλά μια γυναίκα που, μαζί με τους δικούς της, πέρασε από το απόλυτο σκοτάδι και βγήκε στο φως.

Στην άλλη πλευρά του αρχοντικού, ο Δημήτριος βοηθούσε τον Γεώργιο να φορέσει την επίσημη στολή του, έναν πορφυρό χιτώνα δεμένο στη μέση με χρυσοκέντητη ζώνη που αναδείκνυε το παράστημά του.

— Ποιος να το έλεγε, φίλε μου, ψιθύρισε ο Γεώργιος με συγκίνηση, ότι εγώ, ένας κυνηγημένος από τους πειρατές, ένας ναυαγός της ζωής, θα έβρισκα τέτοια πατρίδα και τέτοια αγάπη.

Ο Δημήτριος του χτύπησε την πλάτη γελαστός, με μια αδελφική ζεστασιά που έδιωξε κάθε ίχνος μελαγχολίας.

— Σήμερα γίνεσαι αδελφός μου και με τη βούλα του Θεού! Τώρα πια δεν είσαι ούτε ξένος, ούτε κυνηγημένος. Είσαι ο Γεώργιος, ο δικός μας, ο γαμπρός της Θεσσαλονίκης!

Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο γαμπρός, συνοδευόμενος από τους συντρόφους του και τον ήχο των αυλών, πρόβαλε στην αυλή. Η πομπή ξεκίνησε με τον καπετάν Νικήτα να προπορεύεται περήφανος, σφίγγοντας με στοργή το χέρι της Θεανώς. Πίσω τους, μια θάλασσα λευκά χιτώνια, τα παιδιά του Ορφανοτροφείου, σκορπούσαν ροδοπέταλα από τα πανέρια τους, τραγουδώντας νυφιάτικους σκοπούς. Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης αντηχούσαν από τις ζητωκραυγές, καθώς η πόλη γιόρταζε τον γάμο που σφράγιζε την αναγέννησή της.

Ο Μητροπολίτης Λέων, φορώντας το επίσημο ωμοφόριό του, τους περίμενε στα μαρμάρινα σκαλιά του ναού. Η στιγμή που ο Γεώργιος άπλωσε το χέρι και άγγιξε το χέρι της Θεανώς ήταν καθηλωτική. Εκείνος, ντυμένος στο βαθύ πορφυρό, κι εκείνη, λουσμένη στο γαλάζιο και το χρυσό, έμοιαζαν με τις ιερές μορφές που ξεπηδούσαν από τα λαμπερά ψηφιδωτά των ναών της Θεσσαλονίκης, ζωντανεμένες από το φως των κεριών.

Ο καπετάν Νικήτας πλησίασε τον Δημήτριο και του έδειξε το πλήθος που γιόρταζε.

— Κοίταξέ τους, γιε μου, του είπε ήρεμα. Τόσο καιρό μοχθούσαμε να σηκώσουμε τα τείχη για να κρατήσουμε μακριά τον εχθρό. Όμως σήμερα, βλέποντας όλη αυτή τη χαρά, καταλαβαίνω το γιατί. Χτίσαμε αυτό το κάστρο για να έχουμε έναν τόπο δικό μας, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να ριζώνουν και να μένουν ζωντανοί, χωρίς να τους φοβίζει κανείς.

Του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε.

— Σήμερα, Δημήτριε, οι πέτρες έπιασαν τόπο.

Η τελετή ξεκίνησε και η ψαλμωδία "Ευλογημένη η Βασιλεία..." πλημμύρισε τον μεγάλο θόλο, αντηχώντας ανάμεσα στις μαρμάρινες κολόνες. Όταν ο Λέων σήκωσε τα χρυσά στέφανα και τα σταύρωσε πάνω από τα κεφάλια τους, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε σε όλο τον ναό.

Από τον καπετάν Νικήτα, που έστεκε ακλόνητος, τη βουρκωμένη κυρά-Ζωή μέχρι το πιο μικρό ορφανό που παρακολουθούσε με μάτια διάπλατα, όλοι ένιωσαν το ίδιο. Αυτός ο γάμος ήταν το δώρο του Θεού για την υπομονή τους και το βάλσαμο για όλες τις πληγές που είχε αφήσει πίσω της η φωτιά των πειρατών.

Μετά την κατάνυξη του ναού, η πομπή, με τους αυλούς και τα τύμπανα να δίνουν έναν ρυθμό που ξεσήκωνε τις γειτονιές, κατηφόρισε προς το αρχοντικό του Νικήτα, πλάι στα γερά τείχη. Οι πύλες άνοιξαν διάπλατα και το Χαμαιλέπριον, το γαμήλιο τραπέζι, στρώθηκε με μια μεγαλοπρέπεια που η πόλη είχε χρόνια να δει.

Ο Νικήτας είχε φροντίσει ώστε τα αμπάρια των καραβιών του να ξεχειλίζουν από τους θησαυρούς της θάλασσας και της στεριάς. Στην τιμητική θέση του τραπεζιού, η κυρά-Ζωή είχε ακουμπήσει το "προπύρι", το γαμήλιο ψωμί, ένα καρβέλι αφράτο, στολισμένο με περίτεχνα σχέδια από ζυμάρι, που μοσχοβολούσε φρέσκο προζύμι και σπόρους γλυκάνισου.

Οι δίσκοι άρχισαν να καταφθάνουν ο ένας μετά τον άλλον, αχνιστοί και γεμάτοι. Η "μονοκύθρα", το πλούσιο στιφάδο με το μελωμένο κρέας και τα λαχανικά, πλημμύρισε αρώματα τον αέρα. Τα ψάρια του Θερμαϊκού, φρεσκοψαρεμένα και λαχταριστά, είχαν μαγειρευτεί με τον περίφημο γάρο και βότανα που η ίδια η Θεανώ είχε μαζέψει από τις πλαγιές του Χορτιάτη. Πλάι τους, κρέατα σιγοψημένα με μέλι και παλαιωμένο κρασί, πασπαλισμένα με τα μπαχαρικά της Ανατολής, καλούσαν τους καλεσμένους σε μια γιορτή που δεν είχε τέλος.

Όταν ήρθε η ώρα των γλυκών, το τραπέζι "ντύθηκε" στα χρυσά του μελιού. Ο κοπτοπλακούς, με τις αμέτρητες, λεπτές στρώσεις από φύλλο και καρύδια, το ευωδιαστό κυδωνάτον που γέμιζε τον αέρα αρώματα κανέλας, το τραγανό παστέλι και τα λαλάγγια βουτηγμένα στο μέλι, πρόσφεραν τη γλύκα που ταίριαζε στη νέα αρχή των δύο νέων. Το κρασί έρρεε άφθονο, δροσερό και μοσχομυριστό, σερβιρισμένο σε ασημένια κύπελλα για τους άρχοντες και σε περίτεχνα κεραμικά για τον λαό.

Η Σοφία και η Ελένη, με πρόσωπα λαμπερά από ευτυχία, έβγαιναν στον δρόμο και μοίραζαν γλυκά με μέλι και καρύδια σε κάθε περαστικό, σε κάθε φτωχό, σε κάθε παιδί που τύχαινε να περάσει. Εκείνη τη νύχτα, κανένας στη Θεσσαλονίκη δεν έμεινε πεινασμένος.

Ο Γεώργιος κάθισε ανάμεσα στη Θεανώ και στον Δημήτριο, τον αδελφό του πια. Κοίταξε για μια στιγμή τα χέρια του, εκείνα τα χέρια που είχαν ματώσει πάνω στην τραχιά πέτρα και το κρύο μάρμαρο και ύστερα έσφιξε με δύναμη το χέρι του φίλου του. Δεν υπήρχε πια σκλαβιά, δεν υπήρχε πια ερημιά. Μόνο το αύριο που έχτιζαν όλοι μαζί, πέτρα την πέτρα.

Στην αυλή του αρχοντικού, ένας μεγάλος κύκλος από δάφνες και ευωδιαστά λουλούδια είχε στρωθεί στη γη, έτοιμος να υποδεχτεί τους χορευτές. Στο κέντρο, οι μουσικοί έδιναν τον ρυθμό που έκανε το αίμα να κυλά πιο γρήγορα. Οι πανδουρίδες κελαηδούσαν σαν πουλιά της αυγής, οι δίαυλοι έβγαζαν ήχους βαθιούς που φούσκωναν το στήθος, τα κύμβαλα χτυπούσαν ρυθμικά, ξεσηκώνοντας τις καρδιές για τον χορό που θα κρατούσε ως το ξημέρωμα.

Κάποια στιγμή, ο Δημήτριος έδωσε το σύνθημα. Οι στρατιώτες του άφησαν τις ασπίδες στην άκρη, μερικοί πήραν στα χέρια λαούτα και κρουστά ενώ οι υπόλοιποι ξεκίνησαν τον Πυρρίχιο. Ήταν ένας χορός οπλισμένων, στιβαρός και περήφανος, ένας ρυθμικός χτύπος πάνω στη γη, αφιερωμένος στα νέα τείχη που θα προστάτευαν πια τη ζωή τους.

Έπειτα, η Ελένη και η Σοφία πήραν τη θέση τους, σέρνοντας τον χορό των γυναικών. Ήταν ένας κύκλος σεμνός και γεμάτος χάρη. Κρατώντας μεταξωτά μαντίλια, κινούνταν αργά, τραγουδώντας ευχές για το ζευγάρι.

— Εις πολλούς χρόνους! αντηχούσε η ευχή από κάθε γωνιά, για τους νεόνυμφους αλλά και για τον Μητροπολίτη Λέοντα, που παρακολουθούσε από την τιμητική του θέση, πλάι στον καπετάν Νικήτα. Ανάμεσα στο πλήθος, υπηρέτες ράντιζαν τους καλεσμένους με δροσερό ροδόνερο από ασημένια δοχεία, γεμίζοντας τη νύχτα με μια γλυκιά, μεθυστική αύρα που αγκάλιαζε όλη τη Θεσσαλονίκη.

Στο αποκορύφωμα του γλεντιού, ο Γεώργιος σηκώθηκε όρθιος, τραβώντας πάνω του όλα τα βλέμματα. Πλησίασε τον καπετάν Νικήτα με σταθερό βήμα και του πρόσφερε ένα δώρο τυλιγμένο σε λινό ύφασμα. Ήταν ένα κομμάτι σκαλιστό ξύλο, παρμένο από το καράβι που τον είχε φέρει στα νερά της Θεσσαλονίκης. Πάνω του, με όλη την τέχνη και την υπομονή που διέθετε, είχε χαράξει το όνομα της Θεανώς ανάμεσα σε κύματα και δάφνες.

— Καπετάνιε, είπε και η φωνή του έτρεμε από την ευγνωμοσύνη που έπνιγε το στήθος του, εσύ μου έδειξες πώς να βρίσκω το λιμάνι μου στη στεριά. Εσύ μου έμαθες πως η πατρίδα δεν είναι μόνο το χώμα αλλά οι άνθρωποι που σε περιμένουν να γυρίσεις.

Ο Νικήτας πήρε το ξύλο στα χέρια, το χάιδεψε σαν να ήταν ο πιο πολύτιμος θησαυρός που είχε φέρει ποτέ από τις θάλασσες και, δίχως λέξη, έσφιξε τον γαμπρό του στην αγκαλιά του.

Καθώς έπεφτε η νύχτα, οι δάδες άναψαν μία-μία πάνω στις επάλξεις. Ο Γεώργιος και η Θεανώ χόρεψαν τον πρώτο τους χορό κάτω από το φως των άστρων, ενώ ο Μητροπολίτης Λέων τους παρακολουθούσε με ικανοποίηση. Ένιωθε πια βαθιά μέσα του πως το πραγματικό έργο που του εμπιστεύτηκε ο Αυτοκράτορας δεν ήταν οι πέτρινοι οχυροί πύργοι, αλλά η αγάπη που κατάφερε να ριζώσει ανάμεσα στους ανθρώπους.

Οι μουσικές από τα λαούτα και τις λύρες ταξίδευαν στον αέρα, φτάνοντας μέχρι το λιμάνι και τις ήσυχες προβλήτες. Πιο ψηλά, στην Άνω Πόλη, το Ορφανοτροφείο έστεκε φωτισμένο και επιβλητικό, μια ανοιχτή αγκαλιά έτοιμη να δεχτεί κάθε παιδί που η μοίρα το άφησε μόνο. Η ιστορία του Δημητρίου, του Γεωργίου και της Σοφίας θα γινόταν το πρώτο μάθημα που θα αντηχούσε σε εκείνους τους τοίχους:

«Τίποτα δεν χάνεται για πάντα, όσο υπάρχει μια καρδιά να καρτερεί και ένα χέρι να χτίζει».

Όταν το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά πάνω από τους πύργους και οι μουσικοί κουράστηκαν οι ήρωές μας στάθηκαν για άλλη μια φορά ενωμένοι. Ο Λέων ύψωσε τα χέρια και ευλόγησε την πόλη που ξαναγεννήθηκε. Ο Νικήτας έσφιξε στην αγκαλιά του τον Δημήτριο, νιώθοντας πως η δική του «θάλασσα» είχε πια ηρεμήσει. Ο Γεώργιος κράτησε σφιχτά το χέρι της Θεανώς και της Σοφίας, της αδελφής που η μοίρα του επέστρεψε. Η Ελένη κοίταξε το Ορφανοτροφείο, που έλαμπε στο σκοτάδι από τις αναμμένες καντήλες σαν ένας φάρος ελπίδας. Ο Δημήτριος κοίταξε τα άστρα που τον περίμεναν στο νυχτερινό τους ραντεβού.

Είχαν καταφέρει το ακατόρθωτο. Μετέτρεψαν το φόβο σε απόρθητα τείχη και τον πόνο σε μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά για όλα τα παιδιά της Θεσσαλονίκης.

* Το ριζάρι είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο σημαντικά φυτά που χρησιμοποιούσαν στο Βυζάντιο για τη βαφή των υφασμάτων.

Το Χρώμα: Από τις ρίζες του φυτού έβγαζαν ένα πολύ δυνατό και ανεξίτηλο βαθυκόκκινο ή κεραμιδί χρώμα.

Επειδή η αληθινή πορφύρα (που έβγαινε από κοχύλια) ήταν πανάκριβη και προοριζόταν μόνο για τον Αυτοκράτορα, το ριζάρι ήταν η λύση για τους υπόλοιπους. Ήταν το «κόκκινο του λαού» αλλά και των ευγενών.

* Ο Γάρος (Garum)

Ήταν η "μουστάρδα" ή το "κέτσαπ" των Βυζαντινών. Ήταν μια σάλτσα από ψάρια που είχαν υποστεί ζύμωση με αλάτι. Την έβαζαν σχεδόν παντού, από τα ψητά ψάρια μέχρι τα λαχανικά, για να δώσουν μια αλμυρή και έντονη γεύση. Ο Νικήτας, ως θαλασσινός, σίγουρα θα είχε τον καλύτερο γάρο στο τραπέζι του!

*Η Μονοκύθρα (Το Στιφάδο)

Ήταν ένα πολύ συνηθισμένο φαγητό όπου μαγείρευαν διάφορα υλικά (κρέας, λαχανικά, όσπρια) μέσα σε ένα πήλινο τσουκάλι (κύθρα). Ήταν πρακτικό και πεντανόστιμο.

*Το Κρέας με Μέλι ή Φρούτα

Στο Βυζάντιο αγαπούσαν τις "παράξενες" για εμάς γεύσεις, όπως το γλυκόξινο. Μαγείρευαν το κρέας με μέλι, πετιμέζι, δαμάσκηνα ή κυδώνια. Η Θεανώ, με τις γνώσεις της στα βότανα, θα πρόσθετε σίγουρα δεντρολίβανο ή θυμάρι.

* Ο Κοπτοπλακούς (Ο πρόγονος του Μπακλαβά)

Αυτή είναι μια πολύ παλιά συνταγή. Στρώσεις από λεπτό φύλλο ζύμης με ξηρούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα) και άφθονο μέλι. Ήταν το αγαπημένο γλυκό στους γάμους και τις γιορτές.

*Το Κρασί (Κεκραμένος Οίνος)

Οι Βυζαντινοί σπάνια έπιναν το κρασί σκέτο ("άκρατο"). Το ανακάτευαν με νερό (για να μην μεθάνε γρήγορα και να κρατάει το γλέντι περισσότερο) και συχνά του έβαζαν αρώματα όπως γλυκάνισο, κανέλα ή ακόμα και ροδοπέταλα.

*Μια μικρή λεπτομέρεια για το τραπέζι:

Τον 9ο αιώνα, οι Βυζαντινοί άρχιζαν ήδη να χρησιμοποιούν το πιρούνι (που ήταν βυζαντινή εφεύρεση!), αν και ο λαός έτρωγε ακόμα κυρίως με τα χέρια ή με τη βοήθεια του ψωμιού. Στο τραπέζι του Λέοντα και του Νικήτα, όμως, ίσως βλέπαμε μερικά ασημένια πιρούνια με δύο δόντια!

*Οι Βυζαντινοί λάτρευαν τον χορό, αν και η Εκκλησία προσπαθούσε μερικές φορές να βάλει κανόνες (να μην είναι "άτακτοι" ή προκλητικοί). Στο γλέντι της Θεανώς, ο χορός των κοριτσιών ήταν μια στιγμή γεμάτη χάρη και συμβολισμό.

Ο Χορός των Κοριτσιών (Η "Συρτή" και οι Κυκλικοί Χοροί)

Την εποχή του 9ου αιώνα, η Ελένη και η Σοφία θα οδηγούσαν έναν χορό που έμοιαζε πολύ με τους σημερινούς παραδοσιακούς κυκλικούς χορούς (όπως ο συρτός).

  • Η Διάταξη: Τα κορίτσια πιάνονταν από τους καρπούς ή κρατούσαν τις άκρες από μεταξωτά μαντίλια για να μην ακουμπούν απευθείας τα χέρια τους (κάτι που θεωρούνταν πολύ ευγενικό και σεμνό).
  • Τα Τραγούδια: Δεν υπήρχαν πάντα όργανα· συχνά τα ίδια τα κορίτσια τραγουδούσαν τα «επιθαλάμια», δηλαδή τραγούδια του γάμου που εύχονταν στη Θεανώ και τον Γεώργιο να ριζώσουν σαν την ελιά και να έχουν την υπομονή της θάλασσας.
  • Η Κίνηση: Οι κινήσεις τους ήταν αργές και κυματιστές. Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι ο χορός των γυναικών πρέπει να δείχνει την «αιδώ» (τη σεμνότητα) αλλά και την ομορφιά τους.
Share