ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

2025-10-29

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

ΓΕΝΝΗΣΗ

Οι μέρες δεν περνούσαν για τη Ζωή, ώσπου να φτάσει η γιορτή του Αη Δημήτρη. Δεν την ένοιαζαν τόσο τα πανηγύρια και οι λογής λογής έμποροι που πλημμύριζαν τότε τη Θεσσαλονίκη. Περίμενε εκείνες τις μέρες για κάτι άλλο, για το αλλόκοτο πλήθος από θεραπευτές, μάντισσες, μίμους, γελωτοποιούς και σχοινοβάτες που τριγύριζαν στην πόλη και διασκέδαζαν τους ευσεβείς Θεσσαλονικείς. Είχε ακούσει για μια τσιγγάνα, την Ερασμία, που πουλούσε σερνικοβότανο. Πολλές γυναίκες στη Θεσσαλονίκη, τη χρονιά που πέρασε, είχαν γεννήσει αγόρια δυνατά. Κι όλοι έλεγαν πως αυτό οφειλόταν στην Ερασμία και στο βότανο που πουλούσε.

Η Ζωή είναι γυναίκα του καπετάν Νικήτα. Ήταν δώδεκα χρονών κι εκείνος δεκατέσσερα, όταν τους αρραβώνιασαν. Τους πάντρεψαν μετά από δύο χρόνια. Κανένας δεν τους ρώτησε αν το ήθελαν. Παρ΄ όλα αυτά οι δυο τους ταίριασαν και σιγά σιγά αγαπήθηκαν. Γρήγορα γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί.

-Είναι κορίτσι, να σας ζήσει, έφερε τα νέα η μαμή στον πατέρα και περίμενε την αμοιβή της.

-Να σας ζήσει, είναι κορίτσι, έφερε τα νέα στον πατέρα πάλι η μαμή μετά από δύο χρόνια. Με δισταγμό αυτήν τη φορά.

Δεν ήταν τα νέα που περίμενε ο καπετάν Νικήτας. Γι΄αυτό και η αμοιβή ήταν μικρότερη.

Ο Θεός τους έδωσε δυο κόρες, τη Θεανώ και την Ελένη. Η Ζωή το δέχτηκε. Από μικρές τις είχε από κοντά. Πλάι της έμαθαν να βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού. Ήταν έξυπνες. Μάθαιναν γρήγορα. Μεγαλώνοντας τις δίδαξε ανάγνωση και γραφή. Όμως η Ζωή ήθελε πολύ κι ένα παιδί, ένα αγόρι.

Ήταν μια από κείνες τις γλυκές φθινοπωρινές μέρες που ο ήλιος δεν το 'χε πάρει απόφαση πως πέρασαν τα μεγαλεία του. Μέρα φωτεινή, έλαμπε η θάλασσα στο λιμάνι του Κωνσταντίνου. Πρέπει να ήταν δυο-τρεις μέρες πριν τον Αη Δημήτρη. Στ' αυτιά της Ζωής έφτασαν φωνές, μουσικές που όλο πλησίαζαν. Παράτησε το κέντημα και κρεμάστηκε έξω από το ανοιχτό παράθυρο να δει καλύτερα.

Το σπίτι ήταν στον πρώτο όροφο, προίκα της Ζωής. Χτισμένο σε σταυροδρόμι κοντά στο λιμάνι. Είχε πετρόχτιστους τοίχους, σιδερένια πορτοπαράθυρα και επάνω έναν όροφο που εξείχε λίγο στο δρόμο και στηριζόταν σε ξύλινες αντηρίδες. Στο ισόγειο ήταν το εργαστήρι χρυσοχοΐας του πατέρα της, ανοιχτό στο δρόμο για να εκθέτει και να πουλά τα τεχνουργήματά του σε περαστικούς και εμπόρους. Στο εσωτερικό μια αυλή κλειστή με πολλά λουλούδια κι ένα πηγάδι. Δίπλα στο πηγάδι και κοντά σε μια αναμμένη εστία δούλευαν τρεις άντρες κι ο πατέρας της. Κατασκεύαζαν σταυρούς, εγκόλπια, δαχτυλίδια για αξιωματούχους, ακόμη και περίτεχνα εγχειρίδια και ξίφη με σμάλτο και πολύτιμες πέτρες. Η φήμη τους είχε φτάσει ως την Πόλη.

Ο επάνω όροφος του σπιτιού ήταν ολότελα διαφορετικός, γεμάτος χαλιά από τη Συρία, ψηφιδωτά, μαξιλάρες και χαμηλά τραπέζια με ασημένια σκεύη. Εκεί, ο Νικήτας φιλοξενούσε εμπόρους και καπετάνιους, συζητώντας για τις κινήσεις των Βουλγάρων, τους δασμούς του αυτοκράτορα Νικηφόρου ή τους ανέμους στο Αιγαίο.

Τη νύχτα, ενώ η πόλη ησύχαζε και τα κύματα χτυπούσαν τα τείχη του λιμανιού, ο Νικήτας ανέβαινε στην ταράτσα του σπιτιού. Από κει μπορούσε να δει τη θάλασσα, τους φανούς των πλοίων, να σχεδιάζει τα ταξίδια του. Από εκεί η Ζωή, όταν ο Καπετάν Νικήτας ταξίδευε, αγνάντευε το πέλαγος και καρδιοχτυπούσε για το γυρισμό του δικού της Οδυσσέα

-΄Εεε! Εσείς! Ερασμία! Είναι κάποια από σας η Ερασμία; φώναξε με λαχτάρα η Ζωή.

Το μπουλούκι σταμάτησε. Ψυχανεμίστηκε την ευκαιρία . Μια μικρή παύση. Έστρεψε τα μάτια στο παράθυρο Κι ύστερα μια κοπελίτσα ούτε δώδεκα χρονών, ντυμένη με όλα τα χρώματα του κόσμου, αποκρίθηκε:

-Εγώ είμαι αυτή που ψάχνεις, δέσποινα. Η Ερασμία με τ΄ όνομα! Τι επιθυμεί η αφεντιά σου;

-Έλα πάνω, σε παρακαλώ! Σε περιμένω! την κάλεσε με χαρά η Ζωή.

Η Ερασμία ή όπως αλλιώς τη λέγανε, ανέβηκε τα σκαλιά δυο δυο. Τα μάτια της έλαμπαν.

-Είσαι αλήθεια η Ερασμία; Η τσιγγάνα που πουλά το σερνικοβότανο;

-Ναι, κυρά, εγώ είμαι. Η μάνα μου ήταν Ελληνίδα γι΄αυτό με βλέπεις ασπρουλιάρα. Όμως εσύ, κυρά, μεγάλο καημό έχεις στα στήθια και δεν τον μολογάς. Άνοιξε την καρδιά σου. Η Ερασμία είναι εδώ να σε λυτρώσει!

Αυτά είπε, παραμέρισε δυο νινιά, δυο κούκλες φτιαγμένες από την ίδια τη Ζωή και θρονιάστηκε στη μία από τις δύο πολυθρόνες.

-Εγώ έχω…., ξεκίνησε η Ζωή

-Έχεις δυο κόρες και..

-Πώς το ξέρεις; ψέλλισε η Ζωή.

-Μην το ξεχνάς, κυρά, είμαι η Ερασμία που την ψάχνουν όλες οι κυράδες. Έχεις δυο κόρες. Η ψυχή σου όμως λαχταρά ένα γιο. Το ξέρεις ότι κι ο άντρας σου περιμένει από σένα γιο;

Η Ζωή κούνησε το κεφάλι λυπημένη, στριφογύρισε το χρυσό της δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο.

-Δώσε μου, κυρά να δω το χέρι σου. Καλή ζωή έχεις. Κι ο άντρας σου σ΄ αγαπάει και χρυσά νομίσματα σε φέρνει. Γεμάτο το συρτάρι σου με σόλιδους*! Παράπονο μην έχεις. Όμως έχεις ένα φίδι μες στο σπίτι. Όσο 

το φίδι το έχεις εδώ, αρσενικό παιδί δεν θα κρατήσεις στην αγκαλιά σου. Τώρα αληθινό φίδι είναι, εχθρός είναι, κάτι άλλο είναι…

-Όχι, όχι! Ούτε φίδι στο σπίτι έχουμε, ούτε κάποιον εχθρό!

-Για στάσου κυρά. Φίδι βλέπω στο δαχτυλίδι σου! Και μάλιστα χρυσό! Γιατί κυρά; Γιατί; Καλά το κατάλαβα εγώ.

-Μα είναι μόνο ένα δαχτυ….

-Κι όμως, την έκοψε η Ερασμία. Μεγάλο κακό έγινε! Θα το παλέψουμε μαζί, μη σκιάζεσαι! Άκου με προσεκτικά. Θα πάρεις το δαχτυλίδι με το φίδι και θα το πας στο μοναστήρι της Παναγιάς στον Χορτιάτη. Θα το χαρίσεις στο εικόνισμα. Μάνα είναι η Παναγιά θα ακούσει τις προσευχές σου. Όσο για μένα, δε θέλω τίποτε, μερικά νομίσματα μόνο για το σερνικοβότανο.

Φωτίστηκε το πρόσωπο της Ζωής. Να χαρίσει το δαχτυλίδι στην Παναγία! Μέσα από την καρδιά της! Αλλά ποιος θα το πήγαινε στο μοναστήρι;

Κατάλαβε η Ερασμία τη σκέψη της. Άλλωστε η ίδια οδήγησε εκεί που ήθελε τη σκέψη της Ζωής.

-Μη χαλάς τη χαρά σου, όμορφη κυρά. Εγώ θα πάω το δαχτυλίδι στην Παναγιά. Εκεί κοντά γυρίζουμε κάθε βράδυ να ξαποστάσουμε μέχρι να τελειώσει η γιορτή του Αγίου. Αύριο πρωί πρωί θα πάω να προσκυνήσω. Θα αφήσω το τάμα σου. Μεγάλη η χάρη Της!

-Σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ, είπε η Ζωή και την αγκάλιασε. Ύστερα, χαρούμενη, έβγαλε το δαχτυλίδι και μαζί με ένα σακουλάκι νομίσματα, το έβαλε στην ανοιχτή παλάμη της Ερασμίας ή όπως αλλιώς τη λέγανε. Εκείνη της έδωσε ένα σακουλάκι βοτάνι και εξαφανίστηκε στις σκάλες. Η Ζωή δεν πρόλαβε ούτε να τη χαιρετίσει καλά καλά.

Οι μέρες περνούσαν. Το δαχτυλίδι το 'χε ταγμένο στην Παναγία, είπε στον άντρα της. Έκανε την προσευχή της, έπινε το τσάι με το βοτάνι της Ερασμίας, ήρθαν τα Χριστούγεννα και η νέα χρονιά έφερε ναυτίες και χαρμόσυνα νέα. Περίμενε παιδί. Χαρές μεγάλες στο σπιτικό της. Μαζί κι ελπίδες.

Εκείνο το καλοκαίρι έκανε πολύ ζέστη. Η Ζωή με τα κορίτσια κατέβηκαν στη θάλασσα για την καθιερωμένη απογευματινή τους βόλτα ψάχνοντας λίγη δροσιά. Πλησίαζε ο καιρός που θα γεννούσε. Περπατούσε αργά και κρατούσε από το χέρι την μικρή της. Η Θεανώ, οχτώ χρονών κιόλας, έτρεχε χαρούμενη μπροστά της. Πού και πού σταματούσε, ζάρωνε τη μυτούλα της να μυρίσει τις αγαπημένες της μυρωδιές, τη μυρωδιά από το θαλασσινό αλάτι, την ψαριά των βαρκάρηδων αλλά κυρίως από το ζεστό ψωμί και τα γλυκά από μέλι και ξηρούς καρπούς που πουλούσαν στον μόλο. Η Ζωή δεν ένοιωθε πολύ καλά εκείνο το απόγευμα. Κοίταξε τη θάλασσα. «Πού να είναι ο Νικήτας της; Σε ποιες θάλασσες βολοδέρνει;», αναρωτήθηκε. Κοίταξε τα ψηλά τείχη που έκλειναν την πόλη, ένοιωσε ασφάλεια, καθησύχασε τον εαυτό της και αποφάσισε για καλό και για κακό να γυρίσουν στο σπίτι. Τακτοποίησε τα κορίτσια, τα έβαλε για ύπνο, άναψε το καντήλι, έκανε το σταυρό της και κάθισε στον εξώστη του σπιτιού της.

Αγαπούσε τον ξάστερο ουρανό. Την οδηγούσε σε δρόμους ονειρικούς . Αν έκανε γιο θα τον ονόμαζε Δημήτριο, μεγάλη η χάρη του Αγίου. Θα έμοιαζε στον πατέρα του, ψηλός, μελαχρινός, με μαύρα κάρβουνο μάτια. Θα ήταν έξυπνος και εργατικός. καλός χριστιανός και θα σεβόταν τους γονείς του. Θα φρόντιζε η Ζωή γι΄αυτό. Όμως δεν θα τον έκανε καπετάνιο. Δεν ήθελε να τον χάσει.

Αυτά λογάριαζε η Ζωή, όταν μια χούφτα άστρα σαν βροχή χύθηκαν προς τη γη. Τόσο κοντά της που νόμισε ότι θα τα πιάσει. Τινάχτηκε από την καρέκλα της κι άπλωσε τα χέρια. Και τότε ένοιωσε τον πόνο της γέννας. Κατάλαβε . Είχε έρθει η ώρα. Έστειλε και ειδοποίησε τη μαμή και τη μητέρα της. Ξάπλωσε. Τα χέρια της έσφιξαν το χρυσό σταυρό που της είχε χαρίσει ο άντρας της. Μακάρι να ήταν τώρα κοντά της. Οι πόνοι έρχονταν κύματα, όλο και πιο συχνά. Πιάστηκε γερά από την άκρη του κρεβατιού. Δάγκωσε τα χείλη της μη φωνάξει και τρομάξουν τα κορίτσια. Η μητέρα της έψαλλε με τρεμάμενη φωνή ευχές για καλό τοκετό. Η μαμή έβαλε ζεστά καθαρά υφάσματα στην κοιλιά της , της έδωσε να πιει τσάι με μέλι, μαντζουράνα και δυόσμο, έριξε αγιασμό τριγύρω. Κι όταν ήρθε η ώρα, ακούστηκε το δυνατό κλάμα του μικρού.

-Δόξα σοι ο Θεός! Να σας ζήσει , κόρη μου, ο γιος.

Η καρδιά της Ζωής θα έβγαινε από το στήθος της. Ο γιος της! Ο γιος τους!

-Σ ευχαριστώ, Παναγία μου. Μεγάλη η χάρη Σου! Σ΄ ευχαριστώ Ερασμία!

-Δυνατό παιδί γέννησες, δέσποινα! Στεριά και θάλασσα τον περιμένουν να τις οργώσει! Φωτεινός να είναι ο δρόμος του, ευχήθηκε η μαμή.

Η μάνα της Ζωής, της έβαλε μεγάλο πουγκί με νομίσματα στο χέρι, την ευχαρίστησε και την κατευόδωσε. Φίλησε την κόρη της, της ευχήθηκε και την άφησε να ξαποστάσει. Μετά έμεινε να κουνά το μωρό στο λίκνο του, να το νανουρίζει, να το μοιραίνει με χίλιες ευχές.

Σωτήριον έτος 813 μ.Χ.

*Ο σόλιδος ήταν χρυσό κέρμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας 


Share