ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο
ΔΗΜΗΤΡΙΑ
26 Οκτωβρίου 813 μ.Χ. Μεγάλη γιορτή σήμερα. Οι καμπάνες του Μυροβλύτη Αη- Δημήτρη χτυπούν χαρμόσυνες . Η Θεσσαλονίκη γιορτάζει τη δική της Ανάσταση και τιμά τον πολιούχο της Άγιο, τον υπερασπιστή της πίστης και της πατρίδας. Πάντα στις δύσκολες στιγμές σ΄αυτόν στρέφεται να την προστατέψει. Κι αυτός άλλοτε σηκώνει τρικυμίες και βυθίζει τον εχθρικό στόλο κι άλλοτε πάλι τρέχει στα τείχη και τρέπει τους βάρβαρους σε φυγή. Πολλές φορές τον είδαν με τα μάτια τους οι Θεσσαλονικείς να πολεμά στρατιώτης μαζί με τους υπερασπιστές της πόλης. Πολλές φορές οι εχθροί της τράπηκαν σε φυγή όταν τον είδαν όρθιο στα τείχη μες στην λαμπρή πανοπλία του. Η πόλη συνηθίζει να τιμά τον πολιούχο της με το Πάσχα του Αγίου. Επί μια βδομάδα πριν την 26η Οκτωβρίου γιορτάζει τη Μεγάλη Εβδομάδα του Αγίου. Όλες οι εκκλησιές είναι στολισμένες, γεμάτες παπάδες, ψάλτες, πλήθος κόσμου που ψάλλει ύμνους .
Η Ζωή ξύπνησε πολύ νωρίς. Μπήκε στο μαγειρείο να ετοιμάσει το γιορτινό τραπέζι, ψητό γουρουνόπουλο, μαύρα αυγά ψαριού για ορεκτικό, γλυκό με μπισκότα, κρέμα, μέλι, κομμάτια φρούτων και αμύγδαλα. Έστρωσε στο τραπέζι τα σκουτέλια, πιάτα κεραμικά διακοσμημένα με παραστάσεις φύλλων. Άπλωσε τα ασημένια μαχαιροπίρουνα και τα ποτήρια για το κρασί. Ήθελε όλα να είναι έτοιμα. Σήμερα όλη η οικογένεια θα εκκλησιαστεί στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Μετά θα πάρουν μέρος στις γιορτές που γίνονται στην πόλη. Έριξε μια τελευταία ματιά στο τραπέζι. Ικανοποιημένη πήγε να ξυπνήσει τα κορίτσια της και τον μικρούλη γιο της.
Έχει έτοιμες τις καλές τους φορεσιές από χθες. Της Ζωής της αρέσουν τα όμορφα ρούχα. Ο άντρας της, ο Νικήτας Δούκας, ο καπετάνιος, της φέρνει τα καλύτερα υφάσματα από την Πόλη, υφάσματα που φτιάχτηκαν για αυτοκράτειρες.
-Η δική μου βασίλισσα είσαι εσύ, της λέει με αγάπη. Ο αυτοκράτορας δωρίζει σε ξένους άρχοντες τα μεταξωτά, δώρα πολύτιμα γι' αυτούς. Εγώ σε σένα τα δωρίζω, εσύ είσαι η αρχόντισσά μου!
Πρώτα έβαλε το στιχάριο, ένα λευκό χιτώνα, μακρύ ως τον αστράγαλο. Από πάνω τον μανδύα, κι αυτός μακρύς, χωρίς μανίκια, σαν γιλέκο, έκανε ζέστη ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Τον στήριξε στους ώμους με ωραία σκαλιστή καρφίτσα και τόνισε την λεπτή μέση της με δερμάτινη ζώνη που έκλεινε με πόρπη χρυσή. Την είχε σκαλίσει ο πατέρας της. Ο μακρύς ποδόγυρος στολιζόταν με χρυσοκέντητο μοτίβο. Και φυσικά σκέπασε τα σγουρά όλο μπούκλες μαλλιά της με το μαφόριο, πέπλο λευκό, αφού καμιά γυναίκα δεν έβγαινε σε δημόσιο χώρο χωρίς το μανδήλι κι ας ήταν περίτεχνη η κόμμωσή της. Τόνισε τα μάτια της με ωραίο μαύρο χρώμα και τα μάγουλα και τα χείλη της με κόκκινο, χρώμα που οι τεχνίτες έπαιρναν από φύκια. Κρέμασε στα αυτιά της σκουλαρίκια, έβαλε τη βέρα της, το αγαπημένο της δαχτυλίδι και αρωμάτισε τα μαλλιά της με μύρο από κρίνο. Στα πόδια της φόρεσε κάλτσες και εορταστικά χρυσά σανδάλια.
Ο καπετάνιος έβαλε το μακρύ χιτώνα του και τον μανδύα από πάνω που τον στερέωσε με μια δερμάτινη ζώνη . Στα πόδια πέρασε τις μακριές κάλτσες και τα δερμάτινα σανδάλια του,
Τα κορίτσια, με το που ξύπνησαν γέμισαν το σπίτι με τις φωνές τους. Ποια θα αγκαλιάσει τη μάνα, ποια θα χτενιστεί πρώτη, ποια θα στολιστεί. Η μάνα τις κανάκεψε για λίγο και πήρε αγκαλιά το μικρό της. Το γλυκοφίλησε και βάλθηκε να το ντύνει. Ήταν η μέρα του σήμερα. Γιόρταζε ο Άγιος Δημήτριος, γιόρταζε το μωρό της και μαζί τους όλη η πόλη. Τα κορίτσια γρήγορα κατάλαβαν ότι σήμερα άλλος ήταν ο πρωταγωνιστής στο σπίτι. Φόρεσαν τους χιτώνες τους και τα σανδάλια τους και κατέβηκαν χοροπηδώντας τις σκάλες. Τις ακολούθησαν χαμογελαστοί ο καπετάνιος κι η καπετάνισσα. Τρέχοντας διέσχισαν την αυλή και βρέθηκαν στο δρόμο που πιο πάνω διασταυρωνόταν με τη Μέση οδό.
Θα εκκλησιαστούν στον Άγιο και η Ζωή θα προσφέρει το τάμα της για το γιο που απόκτησε. Μια ασημένια πλάκα όπως τόσοι άλλοι Έλληνες και ξένοι που αφιερώνουν άπειρα τάματα, απόδειξη πίστης, ευλάβειας και ευγνωμοσύνης.
Κρατά στο ένα χέρι ένα αγγείο με λάδι για τα καντήλια και με το άλλο κρατά σφιχτά το χέρι της μικρής της κόρης. Ο Νικήτας έχει αγκαλιά τον μικρό Δημήτριο . Η Θεανώ, που συνήθως τρέχει εδώ κι εκεί, τώρα έχει λουφάξει και περπατά ήσυχη δίπλα στον πατέρα. Με τα μεγάλα μάτια της περιεργάζεται το πλήθος.
-Πού ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πατέρα; Από πού έρχονται και πού πάνε; ρωτάει τον πατέρα της.
Εκείνος της χαμογελά. Δεν είναι η ώρα να της εξηγήσει
Αφήνουν στα δεξιά τους τον άγιο Μηνά, φτάνουν στην πλατεία που είναι δίπλα στη Μέση οδό, περνούν από το Τετράπυλο. Δεν χωρούν να περπατήσουν. Κόσμος συρρέει από τα δυτικά, τη Χρυσή Πύλη, και από τα ανατολικά, την Κασσανδρεωτική Πύλη.
Παίρνουν τον ανήφορο για το ναό. Αυτοί μαζί με άλλους αμέτρητους προσκυνητές. Πλήθος φωνές και γλώσσες συνοδεύουν το ανθρώπινο ποτάμι καθώς ρέει ανάποδα όχι προς τη θάλασσα αλλά προς τα βόρεια της πόλης. Ορθόδοξοι από τη Θεσσαλονίκη, από τόπους κοντινούς αλλά και πιο μακρινούς έχουν φτάσει. Άλλοι εδώ και μέρες, άλλοι ανήμερα της γιορτής. Από την ύπαιθρο χωρικοί με κάρα φορτωμένα προσφορές. Από τη θάλασσα έμποροι και ναυτικοί. Άλλοι για να προσκυνήσουν, για να εκπληρώσουν κάποιο τάμα κι άλλοι για να πουλήσουν την πραμάτεια τους ή για να διασκεδάσουν.
Καθώς πλησιάζουν ακούγονται οι ύμνοι του Αγίου. Ο κόσμος σταυροκοπιέται. Οι περισσότεροι έρχονται ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Ο τυφλός να βρει το φως του, ο άρρωστος να γιατρευτεί, η γυναίκα να αποκτήσει παιδί, η μάνα να γυρίσει ζωντανός ο γιος από τον πόλεμο.
Η εκκλησία λάμπει από το φως αμέτρητων λύχνων και κεριών. Οι ιερείς λάμπουν κι αυτοί μες στα χρυσοστολισμένα άμφια. Φαίνονται τόσο μικροί μες στον τεράστιο ναό. Τα κορίτσια κοιτάζουν μαγεμένα. Πέντε κλίτη έχει ο ναός. Σαν πόσους ανθρώπους να χωρά άραγε; Πανύψηλος, με ωραίες μαρμάρινες χρυσοστόλιστες κολόνες. Στα ψηφιδωτά ο άγιος Δημήτριος ανάμεσα σε δυο παιδιά, προστάτης κι οδηγός τους. Πιο κει το κουβούκλιο, πάνω στον τάφο Του φορτωμένο με αφιερώματα: καντήλια, δαχτυλίδια και σταυροί, όλα χρυσά, εικόνες. Από κει θα αναβλύσει το μύρο, αν το θελήσει ο Άγιος.
Η Ζωή στάθηκε μπροστά στην εικόνα Του. Την έχουν κρεμάσει ψηλότερα με διαταγή του αυτοκράτορα. Δεν θέλει, λέει, οι πιστοί να λατρεύουν το ξύλο. Δεν είναι χριστιανικό. Κάποιες Θεσσαλονικιές την κοιτάζουν αυστηρά. Σαν να την επιτιμούν που προσκυνά την εικόνα. Η Ζωή δεν δίνει σημασία. Μεγάλωσε λατρεύοντας το Θεό και προσκυνώντας τις εικόνες. Ο πατέρας της πάντα της έλεγε ότι οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων . Και είχε δίκιο. Πόσα έχει μάθει η ίδια βλέποντας σκηνές από τη ζωή του Χριστού ή των αγίων εικονογραφημένες πάνω στις άπειρες εικόνες που κρέμονταν στις εκκλησιές και στους τοίχους των σπιτιών! Προσκύνησε με θάρρος και πρόσφερε τα δώρα της. Τα δάκρυα δεν σταμάτησαν να τρέχουν καθώς Τον ευχαριστούσε για το θαύμα που της χάρισε. Την πήρε ο Νικήτας και στάθηκαν στη σειρά να γεμίσουν τα γυάλινα φιαλίδιά τους με το μύρο που ανάβλυζε από τον τάφο του Αγίου. Έκανε πάλι φέτος το θαύμα Του και πρόσφερε το μύρο Του στους πιστούς Του.
Βγήκαν από το ναό. Η Ζωή κοιτάζει συνέχεια τριγύρω μη χάσει τα παιδιά της. Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά.
-Είστε κουρασμένες; Να γυρίσουμε σπίτι ή μήπως θέλετε να πάμε για λίγο στο πανηγύρι; ρωτά ο καπετάνιος, πειράζοντας τα κορίτσια.
-Στο πανηγύρι! φωνάζουν και τα δυο μαζί.
Η Ζωή συμφωνεί . Στο πανηγύρι!
Εδώ και μέρες έβλεπε τα μπουλούκια με τους γυρολόγους που περνούσαν έξω από το σπίτι της. Πολλές φορές προσπάθησε να διακρίνει την Ερασμία ανάμεσά τους αλλά δεν τα κατάφερε. Ήθελε να την ευχαριστήσει μέσα από την καρδιά της. Πέρασαν πολλοί με μαϊμούδες, αρκούδες, φίδια. Κάνανε διάφορα νούμερα κι οι νοικοκυρές τους πετούσαν από τα παράθυρα κάποιο νόμισμα. Στην πλατεία μίμοι και γελωτοποιοί διακωμωδούσαν την καθημερινότητα, τους αξιωματούχους, ακόμη κι αυτόν τον αυτοκράτορα. Σχοινοβάτες κάνανε ακροβατικά και μουσικοί διασκέδαζαν τον κόσμο.
Η εμποροπανήγυρη όμως συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο. Εδώ οι Θεσσαλονικείς έκλειναν εμπορικές συμφωνίες, διαφωνούσαν, ορκίζονταν, συμφωνούσαν. Μια δεύτερη πόλη είχε δημιουργηθεί από τις σκηνές και τα παραπήγματα που στήθηκαν στην πεδιάδα.
Οι έμποροι είχαν ήδη απλώσει τους πάγκους τους κοντά στη Χρυσή Πύλη στα δυτικά. Εκεί αποφασίστηκε να γίνεται η εμποροπανήγυρη, έξω από την πόλη. Υπήρχε πολύς χώρος και για τα εμπορεύματα και για τον κόσμο που θα την επισκεπτόταν. Συγχρόνως όμως θα προφυλασσόταν η πόλη από τους κατασκόπους που έφθαναν και αναμειγνύονταν στο πλήθος. Έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
Για να πάει κάποιος στο πανηγύρι έπρεπε να έχει αρκετά χρήματα. Το ήξερε αυτό η Ζωή κι είχε κάνει τις οικονομίες της. Έπιασε το πουγκί της που κρεμόταν στη ζώνη της να σιγουρευτεί ότι ήταν στη θέση του. Τέτοιες μέρες πολλά γίνονταν.
Ήθελε να αγοράσει υφάσματα για τα χειμωνιάτικα ρούχα της οικογένειας. Ο χειμώνας στη Θεσσαλονίκη είναι κρύος. Ας είναι καλά ο Βαρδάρης, ο βόρειος άνεμος που αρκετά συχνά ορμά στην πόλη από τα στενά του ποταμού. Κι έπρεπε να δοκιμάσει οπωσδήποτε ρωσικό χαβιάρι κι εκείνα τα νόστιμα γλυκά με τα ξερά σύκα, έτσι την είχε συμβουλεύσει η Θεοπίστη, η γειτόνισσα.
Τα κορίτσια πάλι τρελαίνονταν για παιχνίδια και κυρίως κούκλες είτε υφασμάτινες είτε πήλινες που μπορούσαν να κουνάνε χέρια και πόδια.
Κι ο καπετάνιος έπρεπε να τελειώσει τις συζητήσεις που είχε κάνει τις προηγούμενες μέρες και να κλείσει τις συμφωνίες. Ναυπηγούσε καινούριο καράβι κι έπρεπε να δουλέψει πολύ για να το ξεχρεώσει.
Περπάτησαν αρκετά, πέρασαν τη Χρυσή Πύλη και βγήκαν έξω από τα τείχη. Το πανηγύρι βούιζε από τις φωνές των εμπόρων και των πελατών , τα τραγούδια, τα γέλια των παιδιών. Μυρωδιές από ψημένο κρέας, μελωμένα γλυκά, κανέλα και γαρύφαλλο και μπαχάρια από όλα τα μέρη του κόσμου μπερδεύονταν στον αέρα. Η Θεανώ κρατούσε το χέρι της μάνας της και δεν χόρταινε να παρατηρεί. Η Ελένη φοβισμένη κράταγε ακόμη το χιτώνα του πατέρα.
-Αυτόν θέλω, φώναξε, η Θεανώ, δείχνοντας έναν χειροποίητο μικρό αργαλειό στον πάγκο.
Η Ζωή είχε υποσχεθεί στην κόρη της ότι φέτος θα της μάθαινε να υφαίνει, όπως κι εκείνη είχε μάθει την τέχνη από τη μάνα της. Χαμογέλασε και χωρίς αντίρρηση έλυσε το πουγκί από τη μέση της.
Πιο κει ο καπετάν Νικήτας είχε ανοίξει κουβέντα και μάλιστα φαινόταν ευχαριστημένος.
-Είναι λόγος ανδρός, το ξέρεις! Το καράβι σου θα είναι έτοιμο μέχρι την άνοιξη. Για την Ανάσταση, που ανοίγουν τα ταξίδια θα το έχεις, του έλεγε ένας γέρος και σκούπιζε το παχύ μουστάκι του.
Η Ζωή παζάρευε τώρα μάλλινα υφάσματα με μια Σλάβα έμπορο. Και τότε ήταν που την είδε η Θεανώ. Ήταν πολλές πάνω στον πάγκο. Μα αυτήν την κούκλα ειδικά, την είχαν στολισμένη μπροστά μπροστά στον πάγκο. Ήταν μεγάλη, σαν τον αδερφό της περίπου, πήλινη, με μάτια και μαλλιά κατάμαυρα, ωραίο χιτώνα κι ένα κίτρινο μαντήλι στο κεφάλι.
-Μάνα, έρχομαι! Φώναξε κι έτρεξε.
Κανείς δεν την άκουσε.
Όταν σήκωσε το κεφάλι από τον πάγκο, δεν ήταν πουθενά η μάνα. Άνθρωποι άγνωστοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά που κρατούσαν σφιχτά το χέρι του γονιού. Τι ανοησία έκανε αυτή που άφησε τη μάνα; Τρύπωσε ανάμεσα σε καφάσια γεμάτα σταφύλια κι έκλαψε με μαύρο δάκρυ.
-Μμ! Εσύ δεν είσαι του καπετάν Νικήτα η κόρη; Τη ρώτησε ένας γέρος με ευγενικά μάτια κι ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα σπασμένα του δόντια. Σε είδα προχθές στο ναυπηγείο που είχες έρθει μαζί με τον πατέρα σου. Μη φοβάσαι! Θα είμαι μαζί σου μέχρι να έρθουν να σε βρουν.
Εκεί τη βρήκε ο καπετάν Νικήτας αφού πιο πριν με τη Ζωή είχαν ξεσηκώσει την αγορά ψάχνοντας την ανήσυχη κόρη τους.
-Θεανώ! Έτρεξε και την αγκάλιασε ο πατέρας.
Δεν τη μάλωσε! Αυτό το κορίτσι είχε μία φλόγα μέσα του! Ποιος ξέρει τι περιπέτειες τους περίμεναν!
-Ευχαριστώ, Αλέξιε! Σου χρωστάω κέρασμα, είπε και χτύπησε στην πλάτη τον γέρο- Αλέξιο.
Το ίδιο βράδυ μετά την ταραχή, τις αγκαλιές και το ωραίο δείπνο που είχε ετοιμάσει η μάνα, η Θεανώ ησύχαζε επιτέλους στο κρεβάτι της με την κούκλα της στην αγκαλιά της. Στο διπλανό κρεβάτι η Ελένη με μια κούκλα κι αυτή στην αγκαλιά έχει από ώρα αποκοιμηθεί. Το ίδιο κι ο Δημήτριος.
Η Ζωή κι ο Νικήτας στην αυλή, δίπλα στο πηγάδι ξεκουράζονται και πλέκουν τη μοίρα των παιδιών τους. Η μοίρα του ανθρώπου είναι πια στα χέρια του. Αυτός είναι ο κύρης της. Η Κλωθώ, η Λάχεσις, η Άτροπος, οι τρεις μοίρες της αρχαίας θρησκείας έχουν πια πέσει από το βάθρο τους.