ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ο Δημήτριος «τα της παιδείας στοιχειώδη γράμματα» τα έμαθε από τον μοναχό Θεόδωρο στο νάρθηκα του ναού του Αγίου Μηνά.
21 Σεπτεμβρίου 820, ο Δημήτριος έγινε επτά χρονών. Την άλλη μέρα ο πατέρας του μπήκε στο σπίτι με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο και ένα μεγάλο πακέτο στα χέρια. Κοίταξε το Δημήτριο με περηφάνια. Του άπλωσε αυτό που κρατούσε. Ο μικρός συνηθισμένος στα καλούδια που του έφερνε ο πατέρας από την αγορά, έτρεξε στην αγκαλιά του, πήρε το πακέτο, και το άνοιξε ανυπόμονα. Δεν καταλάβαινε όμως τι ήταν αυτό που κρατούσε.
-Καινούριο παιχνίδι, πατέρα; Πώς παίζεται; Και τσάντα;
-Ο καπετάν Νικήτας, έσκυψε στο ύψος του αγοριού, έκανε στην άκρη μια τούφα από τα μαλλιά που σκέπαζε τα μάτια του και καμαρώνοντας, του είπε:
-Μεγάλωσες, Δημήτριε! Έγινες επτά χρονών! Η ζωή, εκεί έξω, σε περιμένει. Και είναι τόσο όμορφη! Ο κόσμος έγινε για να τον ανακαλύψεις! Και είναι τόσο μεγάλος! Όταν έρθει η ώρα πρέπει να είσαι έτοιμος γι΄αυτό. Ξεκινάς το σχολείο σε λίγες μέρες. Εγώ και η μάνα σου ξέρουμε μόνο να διαβάζουμε και να γράφουμε. Οι πιο πολλοί συγγενείς μας δεν ξέρουν γράμματα. Η εκπαίδευση όμως, αγόρι μου, είναι η τέχνη των τεχνών και η επιστήμη των επιστημών. Η απαιδευσία είναι δυστύχημα.
Ο Δημήτριος δεν κατάλαβε και πολλά. Την κεντρική ιδέα όμως την κατάλαβε. Ήταν καιρός για γράμματα!
-Και τα δώρα σου; Δεν έχουν γράμματα μέσα για να μάθω , πατέρα!
-Στο σχολείο, αγόρι μου! Εκεί θα μάθεις τα γράμματα, Δημήτριε! Εδώ είναι το δέρρι σου, ο δερμάτινος σάκος που θα παίρνεις κάθε μέρα στο σχολείο. Μέσα υπάρχει το πινακίδιο, ο πίνακας όπου θα γράφεις με το καλάμι σου και το μελανοδοχείο με μαύρη μπογιά. Θα χαράζεις γραμμές για να γράφεις ίσια με τον περίγραφο και θα σβήνεις με το δάχτυλό σου ή με τον σπόγγο που σου πήρα. Στο καλαμάρι θα βάζεις τα καλάμια σου και με τη σμίλη θα τα ξύνεις. Τι λες; Σου αρέσουν;
Αν του άρεσαν; Ο Δημήτριος ενθουσιάστηκε. Ένοιωθε σίγουρα πέντε πόντους πιο ψηλός. Βαριόταν στο σπίτι με τη μάνα και τις αδερφές του. Αυτές όλο για μαγειρέματα και ρούχα και στολίδια μιλούσαν. Αυτός ήθελε να ακολουθεί τον πατέρα του στο λιμάνι.
Όταν πάλι ο καπετάνιος έλειπε στα ταξίδια του, έπαιζε στη γειτονιά με τους φίλους του. Του άρεσε πολύ το κρυφτό. Έφτανε μέχρι την πύλη στο λιμάνι για να κρυφτεί. Για να βγει πιο έξω ούτε λόγος. Απαγορευόταν με τιμωρία.
Στο φίλο του τον Νικηφόρο άρεσε πολύ η μπάλα. Του είχε φτιάξει η μάνα του μία με δέρμα που το είχε γεμίσει με κουρέλια. Ο Νικηφόρος την κράταγε στα χέρια στο πλάι της μέσης κι έκανε βόλτες μέχρι να του φωνάξει κάποιος:
-Έ! Νικηφόρε, τι ωραία μπάλα έχεις. Να παίξω μαζί σου;
Τότε ένοιωθε ο καλύτερος της παρέας και βιαζόταν να επιβάλει τους κανόνες του. Όταν πάλι έπαιζαν αστραγάλους, κοκάλια , όπως τα έλεγαν, οι φωνές τους ξεσήκωναν τη γειτονιά γιατί ανάλογα με τη θέση που έπαιρναν τα κοκαλάκια από τα πρόβατα, έπαιρναν πόντους. Άλλοτε πάλι καβαλούσαν ένα ξύλο και παρίσταναν τους ιππείς. ΄Επαιζαν και τη ζίνα, έπιαναν ένα χρυσομπούρμπουλα, τον έδεναν από τα πόδια με μια κλωστή και τον άφηναν να πετάει.
«Ξεκινάς το σχολείο σε λίγες μέρες», του είχε πει ο πατέρας. Αυτός όμως την άλλη μέρα κιόλας ξύπνησε αχάραγα, ντύθηκε και μετά ξύπνησε τον πατέρα του. Ανυπόμονος πέρασε την τσάντα στον ώμο, έπιασε περήφανος το χέρι του πατέρα και στο φως του φεγγαριού ανηφόρισαν προς τον Άγιο Μηνά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου να περπατώ,
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράματα.
Στο νάρθηκα του ναού που φωτιζόταν από το φως των κεριών, βρήκαν τον πατέρα Θεόδωρο, ιερέα του ναού, και αρκετά αγόρια καθισμένα στο πάτωμα . Κοίταξαν με περιέργεια τον καινούριο συμμαθητή τους και άνοιξαν χώρο για να καθίσει. Σε μιαν άκρη ήταν το αναλόγιο γεμάτο βιβλία που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά. Ο καπετάν Νικήτας παραξενεύτηκε με τις επιγραφές στους τοίχους αλλά του άρεσαν κιόλας.
«Θεόν φοβού» ή «Τον βασιλέα τίμα» ή «Γονείς σέβου».
Αντάλλαξε ευχαριστημένος μερικές κουβέντες με τον ιερέα, χαιρέτισε τον Δημήτριο και τα υπόλοιπα παιδιά κι έφυγε. Άλλωστε είχε συμφωνήσει τη ρόγα του δασκάλου την προηγούμενη μέρα γιατί όλοι το ήξεραν ότι ο κάθε γονιός έπρεπε ο ίδιος να πληρώνει την αμοιβή του δασκάλου.
Ο Δημήτριος ένοιωσε αμέσως καλά στο καινούριο περιβάλλον. Ο δάσκαλος ήταν λες και είχε βγει από μια αγιογραφία, έτσι λεπτός που ήταν με την μακριά γκρίζα γενειάδα και τα μικρά γεμάτα καλοσύνη μάτια του. Ο πατέρας Θεόδωρος σύστησε τον Δημήτριο στα παιδιά και ξεκίνησε να γράφει και να δείχνει τα γράμματα του αλφάβητου με δυνατή και καθαρή φωνή αρχίζοντας από το Α. Στο Δ σταμάτησε γιατί μέχρι αυτό το γράμμα είχαν διδαχθεί οι μαθητές του. Για να είναι βέβαιος ότι είχαν μάθει τα τέσσερα πρώτα γράμματα της αλφαβήτου επαναλάμβανε ο ίδιος την εκφώνηση και ζητούσε από τους μαθητές του να επαναλάβουν. Άλλοτε τους έδειχνε τα γράμματα με τη σειρά ή σκόρπια με σκοπό να τα αναγνωρίσουν. Μάλιστα με αφορμή το όνομα του Δημήτριου επανέλαβε τη διδασκαλία του Δ. Ο Δημήτριος με διάπλατα ανοιχτά τα μάτια, άκουγε, επαναλάμβανε δυνατά, έψελνε.
Το μεγάλο γεμάτο περιπέτειες ταξίδι του Δημήτριου άρχιζε εκείνο το πρωί στις 22 Σεπτεμβρίου του έτους 820 στο νάρθηκα του Αγίου Μηνά.
Τέσσερα χρόνια με τη τσάντα στον ώμο πρωί, απόγευμα, ανηφόριζε και κατηφόριζε το δρόμο του σχολείου. Ο δάσκαλός του του δίδαξε τα στοιχεία, τα γράμματα δηλαδή, τις συλλαβές, τις λέξεις και αργότερα το συνεχή λόγο. Το ψαλτήρι ήταν το αναγνωστικό. Κάθε μέρα ο Δημήτριος έπρεπε να μαθαίνει ένα συγκεκριμένο κομμάτι ανάγνωση και γραφή.
Ιδιαίτερα του άρεσε εκείνος ο ψαλμός που άρχιζε έτσι:
«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα».
Οι ουρανοί ήταν για τον Δημήτριο ό,τι ήταν το λημέρι για τους πειρατές. Όταν τελείωνε το μάθημα, έτρεχε στον λόφο έξω από τα τείχη, να κοιτάξει τον ουρανό. Έστρεφε τα μάτια ψηλά κι έψαχνε. Έψαχνε τον ήλιο, και το φεγγάρι, τ΄ άστρα και τους αστερισμούς. Αχ, και να μπορούσε, σκεφτόταν, να πετάξει, να φτάσει εκεί ψηλά, να κυλιστεί στα σύννεφα, να κυνηγήσει τα φωτεινά σημαδάκια. Και πριν φύγει να πάρει ένα. Να το κρεμάσει στο λαιμό της μάνας!
Όμως ήταν ακόμη κι άλλα πολλά που διδάχθηκε ο Δημήτριος από τον πατέρα Θεόδωρο. Την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τους μύθους του Αισώπου.
Εκτός από ανάγνωση και γραφή έμαθε και Αριθμητική. Η Αριθμητική ήταν αυτή που δυσκόλευε αρκετά τους μαθητές. Ο Δημήτριος όμως ήταν πολύ καλός. Γρήγορα έμαθε να ξεχωρίζει ότι για το ένα γράφουμε α΄ , ενώ για το δύο γράφουμε β΄. Αν ήθελε να γράψει έντεκα έπρεπε να γράψει ια΄ γιατί το δέκα ήταν το ι΄ .Στις μεγαλύτερες τάξεις έμαθε ότι το α΄ είναι το ένα αλλά προσοχή το ,α είναι το 1000.
-Τι κάνει ένα μικρός τόνος, σκεφτόταν. Τον πλούσιο τον κάνει φτωχό και τον φτωχό πλούσιο. Άλλο να έχεις α΄ σόλιδο κι άλλο να έχεις ,α σόλιδους. Γι' αυτό, όπως και πολλοί άλλοι χρησιμοποιούσε τα δάχτυλά του. Δίπλωνε τα δάχτυλα διαφορετικά για κάθε αριθμό. Έπαιζε τους αριθμούς στα δάχτυλα, όπως λέγανε. Άλλωστε αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούσαν και οι έμποροι στην αγορά, πολλές φορές μάλιστα δίπλωναν πολύ γρήγορα τα δάχτυλα για να εξαπατήσουν τον κόσμο. Έμαθε να υπολογίζει με τα δάχτυλα και με το νου τόσο καλά, που μια μέρα του είπε ο δάσκαλος:
-Έχεις μάτια εμπόρου, Δημήτριε. Μη γίνεις λογιστής. Θα σε περνάνε για κλέφτη.
Τα άλλα παιδιά γέλασαν. Ο Δημήτριος κοκκίνισε, αλλά δεν απάντησε. Η αλήθεια ήταν πως του άρεσε να μετρά, να υπολογίζει, να σχεδιάζει.
Ο Δημήτριος ήταν πολύ καλός μαθητής. Παρ΄ όλα αυτά δεν απέφυγε μερικές φορές την τιμωρία του δασκάλου του. Η τιμωρία του ήταν να μείνει στο σχολείο στο μεσημεριανό διάλειμμα. Δεν τον πείραξε τόσο η τιμωρία όσο που έμεινε νηστικός χωρίς τα αγαπημένα φαγητά της μάνας.
Είχε αφήσει πίσω του τα παιχνίδια. Αγαπούσε όμως πολύ τα κάλαντα. Τις πρώτες μέρες του χρόνου γίνονταν διακοπές των μαθημάτων προς μεγάλη χαρά των μαθητών. Τότε γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι κι έψαλλαν τα κάλαντα. Για αμοιβή τους έδιναν χρήματα, αυγά, και πουλερικά που τα μοιράζονταν με το δάσκαλο.
Ο Δημήτριος όταν έγινε δώδεκα χρονών , ο δάσκαλος του έμαθε πώς να μελετά και να ψάχνει τη γνώση. Πώς να σκύβει πάνω στους παπύρους, να διαβάζει σιωπηλά, για τον εαυτό του μόνο. Να οργανώνει τη σκέψη του, να χρησιμοποιεί παραδείγματα, αναλογίες, να βγάζει συμπεράσματα.
Αργότερα κοντά σε ένα δάσκαλο στον Άγιο Δημήτριο, μελέτησε τους λόγους των πατέρων, των τριών μεγάλων Ιεραρχών. Έμαθε τη ρητορική. Πώς να διαμορφώνει το ρυθμό και τη ροή του λόγου του, πώς να πείθει τους συνομιλητές του με επιχειρήματα ή σχήματα λόγου.
Τότε μελέτησε τους «Εννέα λόγους του εξαήμερου» όπου ο Μέγας Βασίλειος παρουσίαζε περιληπτικά τη δημιουργία του κόσμου. Δεν ανέλυε απλά το κείμενο της Αγίας Γραφής αλλά το συνδύαζε με τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, όπως του Αριστοτέλη ή του Πλούταρχου. Άλλες από αυτές τις υιοθετούσε και άλλες τις απέρριπτε.
Τι να πιστέψει ο Δημήτριος; Τι ήταν αλήθεια; Τι λάθος;
Κι ύστερα, ένας γέρος μοναχός του έδειξε έναν παλιό χειρόγραφο του Πτολεμαίου.
-Ο κόσμος παιδί μου, όπως λέει η λέξη είναι στολίδι. Ξέρεις καλά τι σημαίνει κοσμώ ή κόσμημα. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Μελέτησε, ψάξε στο χώμα, στα ζωντανά της γης, στον ουρανό και στ' άστρα. Εκεί θα βρεις την αλήθεια που ψάχνεις. Όλα είναι λέξεις αλλά γραμμένες αλλιώς. Απλώς πρέπει να μάθεις να τις διαβάζεις.
Έτσι ο Δημήτριος αφοσιώθηκε περισσότερο σ΄ αυτό που αγαπούσε. Κάθε νύχτα, ανέβαινε στο μικρό ύψωμα έξω από τα τείχη, με μια πλάκα στο χέρι, σήκωνε ψηλά τα μάτια, σεργιανούσε στον ουρανό και σκάλιζε τα πρώτα του διαγράμματα. Η Θεσσαλονίκη κοιμόταν, εκείνος όμως, παρακολουθούσε τις ώρες να κυλούν από τ' άστρα.
Ύστερα άκουσε για έναν νέο δάσκαλο, Λέων το όνομά του, που δίδασκε στην Κωνσταντινούπολη. Δίδασκε ρητορική, φιλοσοφία, μαθηματικά, αστρονομία. Μπορούσε να προβλέψει γεγονότα παρακολουθώντας τις κινήσεις των αστεριών, είχε απαντήσεις σε κάθε πρόβλημα. Αχ! και να μπορούσε να γίνει μαθητής του!
Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας μετά την Κωνσταντινούπολη, δεν τον χωρούσε πια.
Τέλος φόρμας

