ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6-Δούλος

2025-11-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο

ΔΟΥΛΟΣ

Το αίμα του Δημήτριου πάγωσε στις φλέβες του. Κοίταξε τριγύρω για βοήθεια. Ο πατέρας του πουθενά. Άφαντος κι ο καπετάν Μηνάς. Δούλος! Θα πουλιόταν ως δούλος! Ούτε αστρονομία, ούτε Κωνσταντινούπολη, ούτε Βαγδάτη. Ούτε ζωή όπως την ήξερε πια. Η ζωή του είχε βουλιάξει στο βυθό μαζί με το πλοίο του πατέρα του. Μόνο αλυσίδες.

Οι πειρατές στοίβαξαν τον Δημήτριο και όσους είχαν κρίνει ότι μπορούν να πουληθούν σε ένα μικρό βρώμικο πλοίο και σάλπαραν. Για το άγνωστο! Οι φρουροί δεν τους άφηναν ούτε να μιλήσουν. Κάθε πρωί τους πετούσαν μόνο ένα ξερό παξιμάδι κι ένα ασκί με λίγο νερό , ίσα ίσα να κρατηθούν στη ζωή μέχρι να πουληθούν. Κάθε βράδυ μπορούσαν να ανέβουν στο κατάστρωμα για λίγη ώρα ώστε να μην καταλάβουν πού βρίσκονται. Ο Δημήτριος έχασε την αίσθηση του χρόνου. Στην αρχή σκάλιζε γραμμές κάθε φορά που ανέβαινε στο κατάστρωμα κι έτσι μετρούσε τις μέρες. Σιγά σιγά η απελπισία τον πλάκωσε. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα.

Πόσες μέρες πέρασαν στη θάλασσα δεν ήξερε πια. Καταλάβαινε μόνο από το βαρύ περπάτημα των πειρατών στο κατάστρωμα πως σταματούσαν σε κάποια λιμάνια για προμήθειες. Άλλοτε πάλι σε ξαφνικές καταιγίδες και φουρτούνες αναγκάζονταν να αγκυροβολήσουν σε κάποιον μικρό έρημο κόλπο. Τότε ήταν που ο αεικίνητος χρόνος σταματούσε για τον Δημήτριο.

Κάποτε το πλοίο έφτασε σε ένα λιμάνι όπου οι φρουροί τους έσυραν έξω κάτω από έναν καυτό ήλιο.

-Είναι η Σελεύκεια, η πύλη για την Ανατολή, του ψιθύρισε ο Ισμαήλ, ένας πειρατής στην ηλικία του περίπου.

Μαζί με τον Ισμαήλ πέρασαν αρκετές ώρες στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Ο Δημήτριος ήθελε έναν άνθρωπο να μιλά και να μαθαίνει τι συμβαίνει. Ο Ισμαήλ πάλι ήθελε μια παρέα μακριά από τους συντρόφους του, τους σκληρούς πειρατές. Άλλωστε κι αυτός θύμα αρπαγής ήταν από παιδί. Πάνω στο πειρατικό μεγάλωσε. Το κατάλαβε πολλά χρόνια αργότερα. Λίγες εικόνες θολές του είχαν μείνει από την προηγούμενη ζωή του, ενός μικρού σπιτιού δίπλα στη θάλασσα να καίγεται και μιας γυναίκας. Τα μάτια της, θυμάται, ήταν γαλάζια σαν της θάλασσας. Φορούσε ένα σταυρό στο στήθος. Θυμάται και μια σπαρακτική κραυγή. «Γεώργιεεε!». Τα βράδια ακόμα ξυπνάει από αυτήν την κραυγή. Κι όταν είναι θλιμμένος φέρνει στο νου του ένα νανούρισμα , σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει. Και τότε γλυκαίνει η ψυχή του.

Κάθε βράδυ κατέβαινε στο αμπάρι ο Ισμαήλ να κουβεντιάσει με τον Έλληνα φίλο του. Έτσι έμαθε αρκετά ελληνικά. Τόσα ώστε να καταλάβει ότι η μάνα του τον νανούριζε στα ελληνικά. Ότι ήταν Έλληνας κι αυτός σαν τον Δημήτριο! Έμαθε όμως κι ο Δημήτριος αραβικά. Τόσα ώστε να καταλαβαίνει τις κουβέντες μεταξύ των πειρατών.

Μια μέρα ο Δημήτριος είπε στον Ισμαήλ:

-Από την ιστορία που μου διηγήθηκες καταλαβαίνω ότι όχι μόνο είσαι Έλληνας χριστιανός αλλά και ότι σε βάφτισαν Γεώργιο. Από δω και στο εξής θα σε φωνάζω Γεώργιο. Ξέρεις ποιος ήταν ο άγιος Γεώργιος;

Χάρηκε ο Ισμαήλ. Του άρεσε το καινούριο του όνομα. Και έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό του. Δεν θα άφηνε ποτέ τον Δημήτριο. Όποια θα ήταν η τύχη εκείνου, θα ήταν και η δική του. Ίσως μαζί κάποτε να έβρισκαν τις χαμένες τους οικογένειες.

-Και ποιος ήταν, λοιπόν, ο άγιος Γεώργιος;

-Ο άγιος Γεώργιος είναι από τους πιο μεγάλους αγίους της πίστης μας. Έζησε στη Μικρά Ασία Ήταν στρατιωτικός αλλά την εποχή που καταδιώκονταν οι χριστιανοί, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και τον σκότωσαν. Δεν λυπήθηκε ούτε ότι ήταν νέος ούτε τα αξιώματα που είχε. Αν πας σε μια εκκλησία και δεις τις εικόνες, θα τον γνωρίσεις. Είναι καβάλα σε άλογο, φοράει την στρατιωτική του στολή και σκοτώνει ένα δράκο.

Ευχαριστημένος από την ιστορία, ο Ισμαήλ ξαναρώτησε;

-Και ποιος ήταν ο άγιος Δημήτριος;

Γέλασε ο Δημήτριος.

-Θα σου πω την ίδια ιστορία με μικρές αλλαγές. Ο άγιος Δημήτριος είναι από τους πιο μεγάλους αγίους της πίστης μας. Έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στρατιωτικός αλλά την εποχή που καταδιώκονταν οι χριστιανοί, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και τον σκότωσαν. Δεν λυπήθηκε ούτε ότι ήταν νέος ούτε τα αξιώματα που είχε. Αν πας σε μια εκκλησία και δεις τις εικόνες, θα τον γνωρίσεις. Είναι καβάλα σε άλογο, φοράει την στρατιωτική του στολή και σκοτώνει έναν γίγαντα.

-Και ποιος ήταν ο Ισμαήλ; Ρώτησε με περιέργεια ο Δημήτριος.

-Δεν ξέρεις τον Ισμαήλ; Ήρθε η σειρά του Ισμαήλ να δώσει εξηγήσεις. Είναι ένα σημαντικό πρόσωπο τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στο Κοράνι. Ο Αβραάμ είχε μία Αιγύπτια δούλη, την Άγαρ. Έγινε 86 χρονών και δεν έκανε παιδιά με τη γυναίκα του τη Σάρα, ώσπου έκανε τον Ισμαήλ με την Άγαρ. Όταν αργότερα γεννήθηκε ο Ισαάκ από τη Σάρα, ο Ισμαήλ και η μάνα του απομακρύνθηκαν. Ο Ισμαήλ παντρεύτηκε μια Αιγύπτια και απέκτησε 12 γιους και 1 κόρη, από τους οποίους προήλθαν ορισμένες αραβικές φυλές. Σου λέει κάτι η λέξη «Αγαρηνοί»; Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ήταν πρόγονος του προφήτη Μωάμεθ και μαζί με τον πατέρα του Αβραάμ έχτισαν την Κάαμπα στη Μέκκα, τον ιερότερο τόπο του Ισλάμ.

Ο Δημήτριος έμεινε να ακούει άφωνος. Ήταν δυνατόν να ήταν τόσο κοντά Χριστιανοί, Ιουδαίοι και Άραβες; Μα και τόσο μακριά; Και τελικά ποιος ήταν ο προπάτορας όλων; Ο Αβραάμ! Που στα αραβικά λέγεται Ιμπραχίμ! Και στα εβραϊκά το όνομά του σημαίνει πατέρας πλήθους εθνών!

-Γιατί άραγε να πολεμούν αιώνες μεταξύ τους; Μήπως δεν ξέρουνε την κοινή τους καταγωγή; αναρωτήθηκε με αφέλεια ο Δημήτριος!

Τώρα ήταν η σειρά του Γεώργιου να γελάσει. Μήπως ήξερε κι αυτός; Όλα αυτά τα χρόνια πάνω στο πειρατικό καράβι μόνο σφαγές, αρπαγές και φωτιές έβλεπε.

Ήταν λυπημένος ο Γεώργιος. Το ταξίδι με τον Δημήτριο σιγά σιγά τελείωνε. Είχε πάρει όμως την απόφασή του. Θα έμενε μαζί του κι ας πουλιόταν κι αυτός ως δούλος.

-Από τη Σελεύκεια θα πάμε με καραβάνια στη Βαγδάτη, στο μεγάλο σκλαβοπάζαρο. Έτσι άκουσα να λένε το βράδυ καθώς τρώγαμε.

-Στη Βαγδάτη! σκίρτησε η καρδιά του Δημήτριου.

Οι σκλάβοι αποβιβάστηκαν για πρώτη φορά μετά από καιρό. Από τη Σελεύκεια, η διαδρομή προς τη Βαγδάτη θα γίνει με τα πόδια. Οι σκλάβοι, δεμένοι ακόμα μεταξύ τους θα διασχίσουν την αχανή έρημο κάτω από τον καυτό ήλιο της Μεσοποταμίας.

Πρώτος σταθμός η Αντιόχεια, σημαντικό φρούριο για το Χαλιφάτο. Η κάποτε σπουδαία ρωμαϊκή και βυζαντινή μεγαλούπολη βρίσκεται πια στην κυριαρχία των Αράβων. Το ταξίδι μέχρις εκεί εξαντλητικό. Δυο-τρεις σκλάβοι, εξασθενημένοι ήδη από το μεγάλο θαλάσσιο ταξίδι, πέφτουν στο δρόμο παρασύροντας κι αυτούς που είναι δεμένοι μαζί τους. Όσοι μπορούν, σηκώνονται, σκύβουν το κεφάλι και συνεχίζουν. Όσους δεν μπορούν, τους αφήνουν πίσω. Ο χρόνος και η κερδοφορία έχουν μεγαλύτερη αξία για τους πειρατές.

Από την Αντιόχεια το καραβάνι κατευθύνεται ανατολικά προς το Χαλέπι. Η σκόνη της ερήμου κολλάει στα ιδρωμένα τους ρούχα . Ο ήλιος καίει ανελέητα τον αυχένα τους και η ζέστη ανεβαίνει από την άμμο σε κύματα, κάνοντας τον αέρα να τρεμοπαίζει. Το μονοπάτι είναι ένας ατέλειωτος διάδρομος από ξεραμένα χορτάρια και πέτρες. Συνεχίζουν να περπατάνε κουβαλώντας ο καθένας τους ένα βαρύ φορτίο με προμήθειες. Κάθε βήμα είναι μια μάχη ενάντια στην κούραση και την εξάντληση. Από μακριά διακρίνουν ένα θολό περίγραμμα. Μια όαση; Μια πόλη; Η ελπίδα ξαναγεννιέται μέσα τους. Θα ξεκουραστούν, θα πιουν μια στάλα νερό. Καθώς πλησιάζουν ξεχωρίζουν τα ψηλά πέτρινα τείχη που περικλείουν το Χαλέπι ενώ πάνω τους κυματίζουν σημαίες με αραβικές επιγραφές. Η πύλη είναι γεμάτη κόσμο. Καραβάνια με καμήλες φορτωμένες με εμπορεύματα, έμποροι από μακρινές χώρες, στρατιώτες και ντόπιοι ανακατεύονται σε ένα ζωντανό, πολύχρωμο πλήθος.

Περνούν την πύλη και βρίσκονται μέσα στο πολύβουο παζάρι. Περπατούν σε στενά, πλακόστρωτα δρομάκια, όπου επιτέλους ο ήλιος μετά βίας φτάνει. Γύρω τους, οι ήχοι είναι εκκωφαντικοί: οι φωνές των εμπόρων που διαλαλούν τα προϊόντα τους, το χτύπημα των σφυριών των χαλκουργών, ο θόρυβος από τις οπλές των ζώων. Τα εμπορεύματα είναι άπειρα, υφάσματα από μετάξι και βαμβάκι, μπαχαρικά, κοσμήματα, όπλα και σκλάβοι, όπως αυτοί. Εδώ οι πειρατές πουλούν τα μαχαίρια με χρυσές λαβές που είχε κατασκευάσει ο παππούς του Δημήτριου και είχαν αρπάξει από το βυθισμένο πλοίο του καπετάν Νικήτα.

Μετά από μερικές μέρες αφήνουν πίσω τους την πολύβουη αγορά και τα πέτρινα τείχη του Χαλεπιού και μπαίνουν σε ένα διαφορετικό τοπίο όπου ο ποταμός Ευφράτης κυριαρχεί. Το ταξίδι προς τη Ράκα είναι μια μεγάλη αλλαγή. Η διαδρομή ακολουθεί τον ποταμό. Το τοπίο αλλάζει σταδιακά. Η ξηρή, βραχώδης γη δίνει τη θέση της σε πιο εύφορα χωράφια και φοινικόδεντρα. Η κούραση μετριάζεται από την ελπίδα για ένα πιο ήπιο κλίμα και την ομορφιά της φύσης.

Η Ράκα! Τι όμορφη πόλη! Μπαίνουν στην πόλη και αντικρίζουν την επιβλητική ομορφιά της. Ο Δημήτριος δεν χορταίνει να τη βλέπει!

Μεγάλα τείχη την προστατεύουν από εχθρούς και πλημύρες του Ευφράτη. Είναι γεμάτη περιβόλια, κήπους πάρκα, παλάτια και τζαμιά! Πριν λίγες δεκαετίες εδώ περπατούσε ο ίδιος ο Χαρούν αλ Ρασίντ, ο θρυλικός χαλίφης που προστάτευε λόγιους και ποιητές. Στους δρόμους σεργιανούν άνδρες με πολύχρωμες κελεμπίες, γυναίκες με λεπτά πέπλα και ταξιδιώτες από όλη την αυτοκρατορία. Η πόλη μοιάζει να είναι το κέντρο του κόσμου.

-Άκουσες την ιστορία με τις «Χίλιες και μια νύχτες;» ρωτά ο Γεώργιος το Δημήτριο.

-Όχι, τι είναι;

-Το βράδυ, όταν όλοι θα κοιμηθούν θα σου πω! Μα να είσαι έτοιμος. Δεν έχεις ξανακούσει κάτι τέτοιο!

Έχουν σταθμεύσει σε έναν εγκαταλελειμμένο στρατώνα. Σήμερα τους έδωσαν λίγο περισσότερο φαγητό και νερό. Τους προετοιμάζουν για την πώληση. Πρέπει να φαίνονται υγιείς και δυνατοί.

Το βράδυ εμφανίστηκε ο Γεώργιος όπως είχε υποσχεθεί.

- Πριν από λίγες δεκαετίες, η Ράκα ήταν η καλοκαιρινή πρωτεύουσα του χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ, του θρυλικού ηγέτη από τις "Χίλιες και μια νύχτες". Ήρθε η ώρα να σου διηγηθώ την ιστορία, του λέει ο Γεώργιος καθισμένος σε μια γωνιά. Οι «Χίλιες και μία νύχτες» είναι από τα πιο γνωστά παραμύθια στους Άραβες. Άκου λοιπόν.

Ο βασιλιάς Σαχριάρ, πληγωμένος από την απιστία της συζύγου του, αποφασίζει να παντρεύεται κάθε μέρα μια καινούργια γυναίκα και να την εκτελεί το επόμενο πρωί. Για να βάλει τέλος σε αυτή τη σφαγή, η πανέξυπνη και μορφωμένη κόρη του βεζίρη, Σεχραζάτ, αποφασίζει να τον παντρευτεί. Κάθε βράδυ, η Σεχραζάτ αφηγείται στον βασιλιά μια ιστορία, αλλά δεν την τελειώνει μέχρι την ανατολή του ήλιου. Ο βασιλιάς, γεμάτος αγωνία να μάθει τη συνέχεια, αναβάλλει την εκτέλεσή της για την επόμενη νύχτα. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται για χίλιες και μία νύχτες, μέσα στις οποίες η Σεχραζάτ του αφηγείται μαγικές ιστορίες, μύθους, κωμωδίες και τραγωδίες, δίνοντάς του την ευκαιρία να ξαναβρεί την πίστη του στις γυναίκες και να την ερωτευτεί.

Μια από αυτές τις ιστορίες είναι «Ο Αλή Μπαμπάς και οι σαράντα κλέφτες» και «Ο Αλλαντίν και το μαγικό λυχνάρι». Μήπως τις έχεις ακούσει;

Όχι δεν είχε ακούσει καμιά από αυτές της ιστορίες.

-Τότε θα σου διηγηθώ κάποιες και θα αρχίσω από μια που ξέρω καλά . «Το ταξίδι του Σεβάχ του Θαλασσινού». Μου την έχει πει πολλές φορές ο πειρατής που με έσωσε από το σπαθί των άλλων και με πήρε μαζί του.

Καθώς ο Γεώργιος μιλά, ο Δημήτριος ξεχνά τα δεσμά του. Βλέπει με το νου του παζάρια γεμάτα χαλιά, μάγους που ταξιδεύουν σε μακρινούς τόπους πάνω σε ιπτάμενα χαλιά, πριγκίπισσες φυλακισμένες σε χρυσά παλάτια, ναυτικούς που πολεμούν τέρατα στα βάθη της θάλασσας.

-Καταλαβαίνεις; Τον ρωτά ο Γεώργιος. Οι ιστορίες είναι δύναμη. Κρατούν τους ανθρώπους ζωντανούς!

Ο Δημήτριος δεν απαντά. Συμφωνεί. Κοιτά έξω προς τον σκοτεινό ουρανό. Κάπου μέσα του ξέρει ότι ίσως κάποια μέρα θα χρειαστεί να πει τη δική του ιστορία και να σωθεί.

Την άλλη μέρα χαράματα ξεκινούν πάλι. Ατέλειωτος ο δρόμος! Ο Δημήτριος πιστεύει ότι περπατούν 50-60 μέρες. Περνούν από μικρότερες πόλεις, σταματούν έξω από αυτές, ξεκουράζονται για λίγο και συνεχίζουν. Όσο πλησιάζουν στη Βαγδάτη οι πειρατές γίνονται πιο ανυπόμονοι. Κουράστηκαν κι αυτοί πολύ κι ευελπιστούν σε καλή αμοιβή.

Στρέφονται προς τον Τίγρη, περνούν τη Φαλούτζα και την άλλη Σελεύκεια κι εκεί σταματούν. Φαίνεται να είναι σημαντική η πόλη για τους πειρατές. Αναγκάζουν τους αιχμαλώτους τους να πλυθούν στα νερά του ποταμού, να πλένουν τα ρούχα τους. Φροντίζουν να τρώνε καλύτερα, να κινούνται, να κοιμούνται περισσότερο.

Share