ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7-Βαγδάτη

2025-12-04

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο

ΒΑΓΔΑΤΗ

Ξύπνησαν πριν ακόμα χαράξει. Η βραδινή δροσιά είχε μουσκέψει τα κουρέλια που φορούσαν κι είχαν κολλήσει πάνω στο δέρμα τους. Τύλιξαν τα χέρια σφιχτά γύρω στο σώμα τους μήπως ζεσταθούν. Στόμα κλειστό, μάτια ανοιχτά όλο απορία, αυτιά τεντωμένα, όλο το είναι σε εγρήγορση μήπως και καταλάβουν τι τους φέρνει η καινούρια μέρα. Βήματα βιαστικά, φωνές, χλιμιντρίσματα, αναστάτωση, τους προετοιμά[U1] ζουν για κάτι νέο. Σε λίγο, κρατώντας αναμμένη δάδα, πλησιάζει ένας από τους φύλακες, ο Γεώργιος!

-Σηκωθείτε, τους φωνάζει. Τα βάσανά σας τελειώνουν σήμερα. Σκέφτεται λίγο, σκύβει το κεφάλι. Για μερικούς τώρα αρχίζουν, ψιθυρίζει.

Δεμένοι με αλυσίδες ο ένας μετά τον άλλον, μπροστά οι νεότεροι άνδρες, πιο πίσω οι μεγαλύτεροι, έπειτα οι γυναίκες και τελευταία τα παιδιά, οι σκλάβοι οδηγούνται στο πιο μεγάλο παζάρι της ανατολής, στην Βαγδάτη.

Οι Άραβες τη λένε Μεντίνα αλ σαλάμ (Madīnat al-Salām), πόλη της ειρήνης . Την έχτισε ο σπουδαίος χαλίφης αλ Μανσούρ προσπαθώντας να μιμηθεί τον Κωνσταντίνο που επέλεξε το Βυζάντιο για να χτίσει την πρωτεύουσά του. Πίστευε ότι θα ήταν απόρθητη αφού είχε τριγύρω τον Ευφράτη και τον Τίγρη. Δεν σκέφτηκε όμως ότι στους ποταμούς χτίζονται γέφυρες κι εύκολα περνιούνται.

Η Βαγδάτη σχεδιάστηκε σαν τέλειος κύκλος, λες και την είχε χαράξει το χέρι του Θεού σε μια εύφορη πεδιάδα, ανάμεσα στους δύο ποταμούς, κοντά σε άφθονο νερό και εμπορικούς δρόμους.

Αρχικά, οι μηχανικοί και οι εργάτες χάραξαν το περίγραμμα της κυκλικής πόλης στο έδαφος χρησιμοποιώντας στάχτη. Ο Αλ-Μανσούρ περπάτησε σε όλο το μήκος των χαραγμένων δρόμων για να βεβαιωθεί ότι όλα είχαν γίνει σωστά. Αφού ενέκρινε το σχέδιο, έδωσε εντολή να τοποθετηθούν μπάλες από βαμβάκι βουτηγμένες σε λάδι στις γραμμές της στάχτης. Στη συνέχεια, βάλανε φωτιά στις μπάλες. Έτσι δημιουργήθηκε ένας κύκλος από φωτιά. Εκεί κατασκευάστηκαν τα εξωτερικά τείχη.

Αυτή η τελετουργία με τη χρήση της φωτιάς επιβεβαίωσε το σχέδιο. Ήταν όμως και μια εντυπωσιακή δημόσια επίδειξη της δύναμης και του οράματος του χαλίφη. Επιβεβαίωνε την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας!

Διπλά τείχη αγκάλιαζαν την πόλη και πέρα από αυτά μια φαρδιά τάφρος γυάλιζε κάτω από τον ήλιο σαν ασημένια ταινία νερού. Από τις τέσσερις πύλες της ξεκινούσαν δρόμοι που έφευγαν προς τις άκρες του κόσμου, στην Κούφα και στη Συρία, στο μακρινό Χοροσάν και στη Βασόρα. Στο κέντρο, σαν καρδιά που έδινε ζωή σε όλη την πόλη υψωνόταν το παλάτι του χαλίφη με τον χρυσό θόλο του, πλάι στο Μεγάλο Τζαμί. Εκεί στον κύκλο της ειρήνης και της δύναμης συγκεντρώνονταν σοφοί, λόγιοι, έμποροι, ταξιδιώτες, κουβαλώντας ιστορίες και γνώσεις από τρεις ηπείρους.

Οι πειρατές οδήγησαν τους σκλάβους στην πόλη. Οι αγορές σκλάβων της Βαγδάτης, το σουκ, ήταν ένα ζοφερό, αλλά κεντρικό κομμάτι της οικονομίας του Χαλιφάτου. Φανέρωναν τόσο τον πλούτο και την πολυτέλεια της πρωτεύουσας όσο και την ωμή πραγματικότητα της δουλείας σε μεγάλη έκταση. Βρίσκονταν έξω από την πόλη, κοντά στις υπόλοιπες αγορές των υφασμάτων και των μπαχαρικών, σε ξεχωριστούς οργανωμένους χώρους. Ειδικοί έμποροι και μεσίτες ασχολούνταν με το δουλεμπόριο. Μ΄ αυτούς ήταν παλιοί γνώριμοι οι πειρατές και σ΄ αυτούς οδήγησαν τη λεία τους.

Υπήρχαν σκλάβοι από τις σλαβικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης που προέρχονταν από επιδρομές. Μάλιστα ήταν γενικά τόσοι πολλοί οι σλάβοι δούλοι που πωλούνταν και αγοράζονταν ώστε από αυτούς πήραν και όλοι οι άλλοι το όνομα σκλάβοι.*

*Σλάβος: σκλάβος στα Ελληνικά, slave στα Αγγλικά

Υπήρχαν Τούρκοι σκλάβοι και Αφρικανοί. Υπήρχαν Βυζαντινοί σκλάβοι από τις συγκρούσεις των Αράβων με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ή από πειρατείες. Όλοι αυτοί προορίζονταν για διάφορους σκοπούς, ανάλογα με την ηλικία, ανάλογα με τις ικανότητές τους, αν ήταν άντρες ή γυναίκες. Όλους τους χρειάζονταν το χαλιφάτο.

Ο Δημήτριος ένιωθε την αλυσίδα να σφίγγει τον καρπό του, μα δεν λύγιζε. Ο Γεώργιος λίγα βήματα πίσω του τον ακολουθούσε με σταθερό ρυθμό, αμίλητος, ένας φίλος που είχε γίνει αδερφός μέσα στην καταστροφή. Είχε ορκιστεί να μην τον αφήσει μόνο του.

-Μην φοβάσαι, θα σε ξαναβρώ! Το ορκίζομαι στη μάνα που έχασα! του υποσχέθηκε ο Γεώργιος.

Δεν πρόλαβαν να πουν άλλα. Προχωρώντας, η ομάδα των σκλάβων έφτασε στο σουκ. Ο αέρας ήταν βαρύς, γεμάτος φωνές, μυρωδιές ψημένου κρέατος, λιβανιού και μπαχαρικών. Σαν ένα κύμα που χτυπά με μανία στην ακτή λες και βιάζεται να προλάβει να ζήσει πριν διαλυθεί σε λευκούς αφρούς, οι άνθρωποι, οι καμήλες, τα εμπορεύματα, οι φωνές των πωλητών, όλα ανακατεύονταν σε ένα χάος γεμάτο ζωή. Αλλά υπήρχε και σιωπή, μια νεκρική σιωπή σε μια συγκεκριμένη πλευρά. Ήταν το σκλαβοπάζαρο, ένα τεράστιο, υπαίθριο, βρώμικο τετράγωνο, περικυκλωμένο από μικρά κελιά και στέγαστρα.

Εδώ, οι σκλάβοι στέκονταν στη σειρά κάτω από τον ήλιο. Οι αγοραστές, άνδρες από κάθε κοινωνική τάξη, με μεγάλες γενειάδες, φτωχοί ντυμένοι με κουρέλια, αλλά και άρχοντες με μεταξωτούς χιτώνες, τους επιθεωρούσαν με απάθεια.

Ο Δημήτριος ένιωθε τα βλέμματα να τον καρφώνουν, βλέμματα που δεν έβλεπαν άνθρωπο, αλλά ένα αντικείμενο, μια αγορά. Μια φωνή άρχισε να φωνάζει μελωδικά τιμές, μια φωνή που μπερδευόταν με τις φωνές των γύρω εμπόρων, δημιουργώντας έναν παράξενο, ανατριχιαστικό ήχο. Ανακοίνωνε τιμές ανθρώπων, όχι υφασμάτων, όχι ζώων.

Οι άντρες και οι γυναίκες στέκονταν με τα μάτια τους άδεια από ελπίδα, είχαν ήδη παραδοθεί στη μοίρα τους. Ο ήλιος έκαιγε. Ο Δημήτριος ακίνητος. Δίπλα του, ο Γεώργιος, με τα χέρια δεμένα και το κεφάλι σκυμμένο, είχε πλέον χάσει τον τίτλο του φύλακα και είχε γίνει και ο ίδιος σκλάβος. Αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον Δημήτριο. Αυτό θεωρήθηκε ανυπακοή και ατίμωση. Ένας πειρατής τον χτύπησε, του πήρε τα όπλα και τον έντυσε με κουρέλια. Τώρα στεκόταν δίπλα στον Δημήτριο, έτοιμος να μοιραστεί τη μοίρα του.

Όταν ήρθε η σειρά του, ο Δημήτριος ένιωσε βαθιά ντροπή. Ένας έμπορος τον έπιασε, τον εξέτασε από πάνω μέχρι κάτω, τα δόντια του, τους μύες του, το βλέμμα του ψυχρό, ατσάλι.

-Νέος, δυνατός. Φαίνεται έξυπνος, είπε ο έμπορος στα αραβικά. Ο Δημήτριος κατάλαβε κάθε λέξη του, καθεμιά πληγή βαθιά.

-Έλληνας; ρώτησε, πιάνοντάς του το πηγούνι.

Ο Δημήτριος έγνεψε περήφανος. Το χαστούκι ήρθε αμέσως.

-Εδώ δεν έχει περηφάνια, δούλε.

Τότε πλησίασε ένας άλλος άνδρας ντυμένος με μεταξωτό χιτώνα. Συνοδευόταν από έναν υπηρέτη. Στάθηκε μπροστά του. Ήταν ο Μουχάμαντ ιμπν Μούσα ιμπν Σακίρ, ο Μουχάμεντ γιος του Μούσα γιος του Σακίρ. Ήταν Πέρσης στην καταγωγή, μαθηματικός, αστρονόμος και μηχανικός. Ο πατέρας του ήταν ο Μούσα ιμπν Σακίρ, αστρολόγος του χαλίφη.

-Από πού είσαι; ρώτησε ο άντρας σε καθαρά ελληνικά.

Ο Δημήτριος δίστασε. Μόνο με τον Γεώργιο μιλούσε ελληνικά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τη γλώσσα του μετά από μήνες.

- Από τη Θεσσαλονίκη.

-Πώς σε λένε, παιδί μου;

-Δημήτριος, γιος του Νικήτα.

-Μιλάς ελληνικά. Έχεις σπουδάσει;

Ο Δημήτριος δίστασε για μια στιγμή, αλλά ο Γεώργιος τον έσπρωξε με το χέρι του.

-Μίλα, του ψιθύρισε

-Αστρονομία. Ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές στην Κωνσταντινούπολη. Μετά εδώ, στη Βαγδάτη!

-Τι γνωρίζεις; ρώτησε ο άνδρας με ήρεμη φωνή.

-Γνωρίζω τους αστερισμούς. Μπορώ να υπολογίσω τη θέση των πλανητών. Γνωρίζω από αρχαίους Έλληνες.

Τα μάτια του αστρονόμου έλαμψαν.

-Μίλα μου για τον Ήλιο, του είπε.

Ο Δημήτριος, με έκπληξη άρχισε να μιλά για τον Ήλιο, τις εκλείψεις και τη σχέση του με τη Γη, βασιζόμενος στις λίγες γνώσεις που είχε.

Ο Μουχάμαντ ιμπν Μούσα ιμπν Σακίρ, τον άκουγε προσεκτικά.

-Ο πατέρας μου είχε δίκιο, μουρμούρισε. Οι γνώσεις δεν έχουν φυλή.

Χαμογέλασε. Ήταν ένα παράξενο, ενθαρρυντικό χαμόγελο.

-Η μοίρα σε έφερε στη Βαγδάτη με άλλο τρόπο, βλέπω. Το όνομά μου είναι Μουχάμαντ ιμπν Μούσα ιμπν Σακίρ, Είμαι αστρονόμος στο Οίκο της Σοφίας.

Ο Δημήτριος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο Οίκος της Σοφίας! Το κέντρο της γνώσης, το μέρος που ονειρευόταν να επισκεφθεί, όπου συγκεντρώνονταν οι μεγαλύτεροι σοφοί της εποχής.

-Θα σας αγοράσω, είπε ο αστρονόμος. Και τους δύο. Η αστρονομία χρειάζεται λαμπρά μυαλά. Και ίσως η σκλαβιά σας να μην είναι το τέλος, αλλά η αρχή ενός άλλου ταξιδιού.

Έβγαλε από το πουγκί του μια χούφτα χρυσά νομίσματα, τα έδωσε στον πειρατή και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Έλαμψαν τα μάτια του εμπόρου, τους έλυσε από τα δεσμά τους, έκρυψε τα φλουριά στο ζωνάρι του και κάλεσε τον επόμενο απελπισμένο σκλάβο για να τον πουλήσει.

Ο Δημήτριος, ένιωσε μια μικρή σπίθα ελπίδας να ανάβει μέσα του. Πουλήθηκε ως σκλάβος, ναι. Αλλά η μοίρα τον είχε οδηγήσει στον Οίκο της Σοφίας, στον τόπο που τόσο ποθούσε.

Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος ακολούθησαν σιωπηλοί τον Μουχάμαντ στους πολυσύχναστους δρόμους της Βαγδάτης. Άφηναν πίσω τους τη σκληρότητα του σκλαβοπάζαρου. Η ζωή τους άνοιγε ένα νέο δρόμο. Δεν ήταν πια αιχμάλωτοι πειρατών, αλλά ιδιοκτησία ενός λόγιου. Αυτό άλλαζε τη μοίρα τους. Έτσι πίστευαν.

Στρατιώτες με τουρμπάνια στα κεφάλια και σπαθιά στη μέση παρακολουθούσαν ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε από την πόλη. Ο άντρας που τους είχε αγοράσει περπατούσε μπροστά τους. Η μακριά σκιά του σκέπαζε τη σκόνη. Το μαντήλι του κυμάτιζε σαν μαύρη σημαία στο φως. Δεν έστρεψε το κεφάλι να δει αν τον ακολουθούσαν, ήξερε.

Ο Δημήτριος έβλεπε, άκουγε, μύριζε. Ρουφούσε με όλες τις αισθήσεις του τις νέες εικόνες. Δεν είχε ξαναδεί τέτοια πόλη. Η Βαγδάτη τεράστια και λαμπερή τον τύφλωνε με ένα χρυσό φως που χόρευε επάνω στα σπίτια από λάσπη, στα τείχη, στους τρούλους. Όλα έμοιαζαν να καίγονται από τον ήλιο. Πέρασαν από μεγάλους και μικρούς δρόμους, δρόμους στενούς, σκοτεινούς που άνοιγαν ξαφνικά σε πλατείες πλημμυρισμένες φως και χρώματα. Παντού κήποι με φοινικόδεντρα, μαρμάρινες καμάρες, κόσμος, κόσμος πολύς που κυλούσε σαν ποτάμι στους δρόμους. Παιδιά ξυπόλητα έτρεχαν σηκώνοντας σύννεφα σκόνης, τεχνίτες σφυρηλατούσαν το μέταλλο. Υφάσματα απλώνονταν για να πουληθούν κόκκινα σαν αίμα, πράσινα σαν την όαση, βαθιά μπλε σαν τον νυχτερινό ουρανό της ερήμου. Πολύχρωμα πουλιά σε κλουβιά κελαηδούσαν, δούλοι κι αυτά του χαρίσματός τους. Κι από έναν μακρινό ψηλό μιναρέ ακουγόταν το κάλεσμα του μουεζίνη σαν επίκληση από έναν άλλο κόσμο ή για έναν άλλο κόσμο. Αυτή ήταν η πόλη που ο Δημήτριος ονειρευόταν να δει ως μαθητής, όχι δεμένος σκλάβος.

Ο ξένος που τους αγόρασε δεν φαινόταν κακός. Μόνο το βλέμμα του είχε μια σκληράδα ανθρώπου που γνωρίζει πολλά και μιλά λίγο. Οι δυο νέοι περπατούσαν πίσω του νιώθοντας το χώμα να καίει τα πέλματά τους. Ο δρόμος τους οδήγησε σε μια γειτονιά γεμάτη ωραία μεγάλα σπίτια σαν μικρά παλάτια, με βαριές, ξύλινες πόρτες. Τα παράθυρα ήταν στενά, για να κρατούν έξω την κάψα, και από μέσα ερχόταν μυρωδιά από φρέσκο ψωμί και μαύρο τσάι. Γυναίκες με πολύχρωμα πέπλα κουβαλούσαν νερό, ενώ παιδιά κυνηγούσαν ιριδίζοντα σκαθάρια στις άκρες του δρόμου.

-Εδώ είναι το σπίτι μου, είπε ο Μουχάμαντ με ένα χαμόγελο. Απόψε θα μείνετε εδώ. Θα πλυθείτε, θα φάτε και θα ξεκουραστείτε. Αύριο το πρωί θα πάμε στον Οίκο της Σοφίας. Εκεί θα είναι η ζωή σας. Δημήτριε, η γνώση είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να σου αφαιρεθεί. Γι' αυτό θα σε βάλω να βοηθήσεις τους γραφείς μας να μεταφράσουν αρχαία ελληνικά κείμενα. Αλλά θα σου δώσω και χρόνο να μελετήσεις.

Ο Δημήτριος και τι δεν ένιωσε! Ένας σκλάβος που θα σπούδαζε. Ήταν μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Κοίταξε τον Γεώργιο που στεκόταν δίπλα του, με το βλέμμα του γεμάτο ανακούφιση.

-Και εσύ, Γεώργιε, συνέχισε ο Μουχάμαντ, αν και είσαι σκλάβος, η πίστη σου στον φίλο σου είναι κάτι που εκτιμώ. Θα είσαι ο προσωπικός μου φρουρός. Οι γνώσεις δεν έχουν φυλή αλλά δεν έχει φυλή και η φιλία και η τιμή.

Ο Μουχάμαντ τους έδειξε σε έναν υπηρέτη.

-Φρόντισε να πλυθούν, να βάλουν καθαρά ρούχα και να φάνε.

Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος τους φέρθηκε χωρίς περιφρόνηση.

Μετά γύρισε στον Δημήτριο.

-Θα μάθεις πρώτα να γράφεις και να διαβάζεις Αραβικά. Και μετά να σκέφτεσαι.

-Και μετά;

-Μετά, ίσως, θα είσαι πιο ελεύθερος από αυτούς που σε πούλησαν.

Ο Δημήτριος κοίταξε γύρω.

Η καρδιά του, που ως τότε ήταν σφιγμένη σαν δεμένο σχοινί, άρχισε να χαλαρώνει. Μέσα σε όλη αυτή την ξενότητα, ένιωθε μια παράξενη ζεστασιά. Σαν η πόλη να του ψιθύριζε:

«Μείνε! Δες! Μάθε!»

Την άλλη μέρα το πρωί ο Οίκος της Σοφίας άνοιξε τις πόρτες του. Ήταν ένα επιβλητικό κτίριο με τεράστιες αψίδες, μαρμάρινες κολόνες και πολλά γλυπτά. Η αυλή ήταν γεμάτη με μαθητές και σοφούς που συζητούσαν με πάθος.

Ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν φαντάζονταν αυτό που ζούσαν. Ο Δημήτριος βρήκε τον εαυτό του ανάμεσα σε αστρολάβους, χειρόγραφα και βιβλία, ενώ ο Γεώργιος έγινε φύλακας, αλλά αυτή τη φορά για έναν άνθρωπο που του έδειξε σεβασμό.

Η μέρα ξεκινούσε νωρίς, πριν από την ανατολή του ήλιου, με την πρώτη προσευχή. Οι τεράστιοι χώροι της βιβλιοθήκης ήταν ακόμα ήσυχοι, αλλά σύντομα άρχιζαν να γεμίζουν από τους ψίθυρους των λογίων και τη μυρωδιά του μελανιού και των παλιών περγαμηνών. Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος έτρωγαν ένα λιτό πρωινό μαζί με τους άλλους μαθητές, ψωμί, ελιές και μέλι.

Μετά το πρωινό, η δουλειά ξεκινούσε.

Ο Δημήτριος έμαθε να γράφει και να διαβάζει αραβικά, να χρησιμοποιεί τα όργανα του αστεροσκοπείου, να συζητά για την αστρονομία, τα μαθηματικά, τη φιλοσοφία. Ο Οίκος της Σοφίας θα γινόταν το σχολείο του και ο ίδιος ο Μουχάμαντ ο δάσκαλός του. Άρχισε ως βοηθός. Αντέγραφε παλιά χειρόγραφα και μετέφραζε ελληνικά κείμενα.

Ο Γεώργιος έγινε ο προσωπικός φρουρός του Μουχάμαντ. Διατήρησε την αξιοπρέπειά του και το πιο σημαντικό συνέχισε να προστατεύει τον Δημήτριο στο καινούριο άγνωστο περιβάλλον.

Ο Δημήτριος περνούσε πολλές ώρες μεταφράζοντας κείμενα από τα ελληνικά στα αραβικά. Κοντά του πάντα είχε τον δάσκαλό του που τον καθοδηγούσε. Γύρω του, μαθηματικοί, φιλόσοφοι, γιατροί, αστρονόμοι, όλοι συνεργάζονταν, αντάλλασσαν ιδέες, έκαναν παρατηρήσεις και ανακάλυπταν νέα πράγματα. Ο Γεώργιος, από την άλλη, παρακολουθούσε τα πάντα φροντίζοντας για την ασφάλεια του δασκάλου αλλά και του Δημήτριου και βοηθώντας τον στις καθημερινές του ανάγκες. Αν και ήταν φύλακας, η περιέργειά του τον έσπρωχνε να ακούει τις συζητήσεις των σοφών, να μαθαίνει.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο Δημήτριος αντέγραφε, μετέφραζε, μελετούσε τα θεωρητικά κομμάτια της αστρονομίας. Όμως, η πραγματική του δουλειά ξεκινούσε τη νύχτα. Κάθε νύχτα ο Δημήτριος, ο Γεώργιος και ο δάσκαλος ανέβαιναν στην κορυφή του κτιρίου, στο παρατηρητήριο. Είχαν αστρολάβους, όργανα για τον υπολογισμό της θέσης των άστρων και των πλανητών. Είχαν κβανδράντες, για τη μέτρηση του ύψους των ουράνιων σωμάτων πάνω από τον ορίζοντα. Είχαν ουράνιες σφαίρες και όργανα που απεικόνιζαν τις κινήσεις των άστρων και των πλανητών. Εκεί, κάτω από τον έναστρο ουρανό της Βαγδάτης μελετούσαν τους χάρτες των άστρων, τους πλανήτες, τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Ήταν η στιγμή που ένιωθε πιο ελεύθερος από ποτέ. Η γνώση ήταν το νέο του ταξίδι. Ο Γεώργιος, αμίλητος, δίπλα του, ήταν η ασφάλεια και η αφοσίωση που κανείς δεν μπορούσε να αγοράσει.

Η Βαγδάτη είχε γίνει το σκηνικό της καινούριας τους ζωής: φως, γνώση, φίλοι, και η μαγεία της επιστήμης που τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες.

[U1]υν

Share