ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο - Ελευθερία



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Πριν καλά καλά ξημερώσει ο Μουχάμαντ συγκάλεσε συμβούλιο. Η είδηση της επίθεσης είχε διασχίσει τον Οίκο της Σοφίας σαν καυτός λίβας. Οι φρουροί έφεραν μπροστά του τον τραυματισμένο άνδρα. Το ρούχο του ήταν σκισμένο, ματωμένο, το πρόσωπό του ωχρό, τα μάτια του γεμάτα τρόμο και οργή.
Ο Μουχάμεντ , επιβλητικός, στάθηκε από πάνω του.
-Μίλα, διέταξε ο Μουχάμαντ, με αυστηρή φωνή. Ποιος σας έστειλε;
Ο άνδρας κατάπιε δύσκολα. Ήξερε πως αν έλεγε την αλήθεια, το τέλος του ήταν βέβαιο. Αν έλεγε ψέματα, ίσως ήταν ακόμη χειρότερο.
-Ο Αμπού Ζάιντ, κατάφερε να ψελλίσει. Εκείνος είναι ο υπεύθυνος της επίθεσης! Μας έταξε χρυσάφι αν σταματούσαμε τον Έλληνα. Είπε πως οι ιδέες του θα καταστρέψουν την πίστη.
Η φράση έπεσε σαν κεραυνός .
Ο Μουχάμαντ, που συνήθως είχε το βλέμμα ήρεμο, σηκώθηκε απότομα.
-Η γνώση δεν καταστρέφει την πίστη, βρόντηξε. Τη δυναμώνει. Μόνο οι αδύναμοι φοβούνται το φως.
Έστρεψε το βλέμμα στους στρατιώτες.
-Να φυλακιστεί ο Αμπού Ζάιντ μέχρι ο χαλίφης να αποφασίσει γι' αυτόν.
Ο απόηχος της εντολής του έμοιαζε προοίμιο επερχόμενης καταιγίδας.
Το ίδιο βράδυ, όταν η Βαγδάτη τυλίχτηκε στη νύχτα και οι ήχοι της πόλης έσβησαν , ο Δημήτριος και ο Γεώργιος ανηφόρισαν τα σκαλιά του παρατηρητηρίου. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος αστέρια. Ο Δημήτριος στάθηκε στο πέτρινο κιγκλίδωμα. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη από την ταραχή της ημέρας, σαν να αρνιόταν το σώμα του να ξεχάσει την απειλή που είχε ζυγώσει τόσο κοντά.
– Γεώργιε, ίσως έκανα λάθος, ψιθύρισε. Η φωνή του έσπασε σαν λεπτή κλωστή που τεντώθηκε υπερβολικά. Ίσως δεν έπρεπε να μπλέξω σε όλα αυτά. Για τη γνώση βάζω σε κίνδυνο κι εμένα κι εσένα.
Ο Γεώργιος δεν μίλησε αμέσως.
-Άκουσέ με καλά, είπε στο τέλος. Όταν μας έπιασαν οι πειρατές, εμένα πρώτα, εσένα αργότερα, πίστεψα πως όλα είχαν τελειώσει. Πως δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που να αξίζει να κρατηθώ. Αλλά εδώ, στον Οίκο της Σοφίας, εσύ βρήκες τον σκοπό σου. Κι εγώ βρήκα τον δικό μου. Αν εσύ σταματήσεις, τότε και η δική μου μάχη δεν έχει νόημα. Σου ορκίζομαι! Όσο εγώ αναπνέω κανείς δεν θα σε αγγίξει!
Τα μάτια του Δημήτριου θόλωσαν. Άπλωσε το χέρι του, κι ο Γεώργιος το έσφιξε με δύναμη — όχι σαν φίλος μόνο, αλλά σαν άνθρωπος που δένει τη μοίρα του με τη μοίρα κάποιου άλλου.
-Κι εγώ σου ορκίζομαι! Θα ολοκληρώσω τη μετάφραση. Ό, τι κι αν γίνει.
Ένας ξαφνικός άνεμος διέτρεξε το παρατηρητήριο. Σήκωσε τις άκρες των χιτώνων τους και καθώς στροβιλιζόταν ανάμεσά τους. Έμοιαζε να σφραγίζει τους όρκους τους μπροστά στο αχανές, αδιάφορο, μα πάντοτε παρόν βλέμμα του ουρανού.
Στην άλλη άκρη της Βαγδάτης ένα βαθύ
βαθύ σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται.
Πίσω από τα χοντρά πέτρινα τείχη της φυλακής, ο Αμπού Ζάιντ δεν είχε μείνει
ούτε στιγμή αδρανής. Η σιωπή του ήταν προσωπείο. Από κάτω, δούλευε αδιάκοπα. Μυστικά
μηνύματα γλιστρούσαν έξω από το κελί του κρυμμένα σε κομμάτια ψωμιού, σε
διπλωμένες ραφές ρούχων, ακόμη και σε φθαρμένες σελίδες προσευχηταρίων. Και τα
μηνύματα έβρισκαν τον δρόμο τους. Γιατί ο αδελφός του, βεζίρης με μεγάλη δύναμη
και ακόμη μεγαλύτερο φόβο για κάθε νέα ιδέα που ξεπερνούσε τα όρια της
παράδοσης, παρακολουθούσε με άγρυπνο ενδιαφέρον. Ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί
τον αδελφό του με κάθε τίμημα.
-Αν ο νεαρός ολοκληρώσει το έργο του, θα ταράξει τα θεμέλια της εξουσίας μας, είπε στους πιο έμπιστους ανθρώπους του. Βρείτε τρόπο να τον κάνετε να σωπάσει. Για πάντα.
Τα λόγια του ειπώθηκαν ψιθυριστά, μέσα σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα, όπου το φως της λάμπας τρεμόπαιζε σαν να φοβόταν ακόμη κι αυτό το άκουσμα.
Έτσι άρχισε να υφαίνεται μια νέα συνωμοσία. Όχι πια πρόχειρη, ούτε βασισμένη σε κοινούς πληρωμένους δολοφόνους. Αυτή η απόπειρα είχε κάτι βαθύτερο, σκοτεινότερο. Κάτι που γεννιόταν στα σπλάχνα της εξουσίας.
Η είδηση για την επίθεση και τη σύλληψη του Αμπού Ζάιντ απλώθηκε στη Βαγδάτη. Από παζάρια και καπηλειά, από φύλακες που μιλούσαν χαμηλόφωνα μέχρι γραμματείς που άλλαζαν ανήσυχα βλέμματα, η φήμη έφτασε μέχρι το παλάτι. Βρήκε τον Αλ Μαμούν σκυμμένο πάνω από παπύρους και ουράνιους χάρτες. Ο χαλίφης, λάτρης των επιστημών και των μαθηματικών, αγαπούσε τα γράμματα αλλά φοβόταν τις πολιτικές αναταράξεις. Οι αντίζηλοί του σαν αρπακτικά που δεν κουράζονται ποτέ καιροφυλακτούσαν για την ευκαιρία.
Διέταξε να φέρουν ενώπιόν του όλους τους εμπλεκόμενους. Οι αυλικοί υποκλίθηκαν και έτρεξαν να εκτελέσουν τη διαταγή.
Τη μέρα που ο χαλίφης άνοιγε τις πύλες του παλατιού του για να ακούσει αιτήματα, να αποδώσει δικαιοσύνη και να εξετάσει παράπονα, οι μεγάλοι διάδρομοι του παλατιού έσφυζαν από κόσμο. Ανάμεσα στους πολλούς που περίμεναν τη σειρά τους, στέκονταν ο Δημήτριος, ο Γεώργιος και δεμένος με αλυσίδες, ο Αμπού Ζάιντ. Το βλέμμα του ήταν λεπίδα, αιχμηρή, δηλητηριώδης, έτοιμη να καρφωθεί επάνω σε όποιον τολμούσε να τον αντικρίσει.
Δεν είχαν όμως τον λόγο ακόμη. Πριν από αυτούς είχε προτεραιότητα ένας άλλος άνδρας, ένας Βυζαντινός αιχμάλωτος, με κουρελιασμένα ρούχα αλλά με μάτια καθαρά, σπινθηροβόλα, μαθητής, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει , του μεγάλου Βυζαντινού Λέοντα του Σοφού. Ο Δημήτριος και ο Γεώργιος πρόλαβαν να ανταλλάξουν μαζί του δυο λόγια, δυο βλέμματα αναγνώρισης, ένιωσαν ότι μοιράζονταν την ίδια κληρονομιά αλλά και την ίδια μοίρα.
Ο αιχμάλωτος είχε λύσει ένα δύσκολο γεωμετρικό πρόβλημα που επί μέρες ταλαιπωρούσε τους Άραβες σοφούς, προκαλώντας την περιέργεια και τον θαυμασμό τους. Όταν η είδηση έφτασε στον Αλ-Μαμούν, εκείνος, που πάντοτε διψούσε για τις ελληνικές επιστήμες, διέταξε να τον φέρουν αμέσως μπροστά του.
Στην αίθουσα του θρόνου επικρατούσε σιωπή. Μόνο ο απαλός παφλασμός του νερού στα μαρμάρινα σιντριβάνια ακουγόταν.
Ο χαλίφης, καθισμένος, μεγαλοπρεπής και βαρύς, τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο απορία και επιφυλακτικό θαυμασμό.
-Εσείς οι Ρουμ, είπε, είστε πράγματι τόσο σοφοί όσο διηγούνται οι παλαιοί; Πώς τα κατάφερες εκεί που οι δικοί μου σοφοί δεν μπόρεσαν;
Ο άνδρας υποκλίθηκε βαθιά.
-Μεγαλειότατε, η γνώση μας δεν είναι μόνο σχήματα πάνω στην άμμο. Είναι και λόγοι,
αναλογίες, νόμοι που κυβερνούν τη
γεωμετρία.
Ο Αλ-Μαμούν έγειρε προς τα εμπρός.
-Υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα στο Μπιλάντ αλ-Ρουμ;
-Μεγάλε χαλίφη, αν εγώ σου φαίνομαι σοφός, τότε δεν έχεις δει τίποτα. Είμαι ο «έσχατος», ο πιο αδύναμος μαθητής της σχολής μας. Ο δάσκαλός μου, ο Λέων ο Σοφός, γνωρίζει πολλά που εγώ δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ.
Η απάντηση έκανε τον χαλίφη να μείνει έκπληκτος. Η φωνή του Βυζαντινού είχε κάτι το αδιαπραγμάτευτο, μια βεβαιότητα που δεν ήταν θράσος, αλλά απόλυτη σιγουριά.
Ένα χαμόγελο αμυδρό, σχεδόν παιδικό, χαράχτηκε στο πρόσωπο του Αλ-Μαμούν.
-Τότε, άνθρωπε του Ρουμ, δεν θα είσαι πια αιχμάλωτος, είπε. Η πόλη μου δεν πρέπει να κρατά αιχμαλώτους ανθρώπους σαν εσένα.
Διέταξε να του αφαιρεθούν τα δεσμά. Φώναξε έναν γραμματικό να του υπαγορεύσει μία επιστολή. Την σφράγισε με κερί και την έδωσε στον Έλληνα αιχμάλωτο.
-Θα επιστρέψεις στην Κωνσταντινούπολη, του είπε. Και θα παραδώσεις αυτό το γράμμα στον δάσκαλό σου. Θα τον προσκαλέσεις εκ μέρους μου στη Βαγδάτη. Του υπόσχομαι τιμές, πλούτη και ελευθερία να διδάξει όλη τη γνώση των προγόνων σας.
Ο άνδρας πήρε το γράμμα σαν ιερό αντικείμενο και υποκλίθηκε βαθιά.
Κι έτσι, χωρίς να το ξέρει ακόμη, μέσα στο παλάτι του χαλίφη είχε μόλις ανοίξει μια καινούργια ρωγμή στην ιστορία, μια πόρτα ανάμεσα στους κόσμους της Ανατολής και της Κωνσταντινούπολης.
Σειρά είχαν ο Δημήτριος, ο Γεώργιος, ο Αμπού Ζάιντ. Με τη συνοδεία φυλάκων διέσχισαν τον μακρύ διάδρομο και με τρόμο μπήκαν στην αίθουσα των ακροάσεων, που έλαμπε σαν θάλασσα χρυσού. Κάθε βήμα πάνω στο γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο αντηχούσε σαν ψίθυρος και έσβηνε στα περσικά μεταξωτά χαλιά που κάλυπταν τους τοίχους. Το φως που έμπαινε από τα ψηλά στενά παράθυρα έπεφτε πάνω στα περίτεχνα ψηφιδωτά που απεικόνιζαν άστρα και άγνωστους τόπους. Στο κέντρο υπερυψωμένος ο θρόνος, χρυσός, στολισμένος με ελεφαντόδοντο, ρουμπίνια, λεπτά αραβουργήματα. Το μέτρο είχε χαθεί. Η επιβολή επικρατούσε.
Λόγιοι, βεζίρηδες και φρουροί είχαν παραταχθεί σε ημικύκλιο δεξιά και αριστερά στον θρόνο. Στο κέντρο, κάτω από το βλέμμα του χαλίφη, προσκύνησαν ο Δημήτριος, ο Γεώργιος και ο Αμπού Ζάιντ.
Ο χαλίφης μίλησε χωρίς να υψώσει τη φωνή του. Ήταν τέτοια η σιωπή που και ψιθυριστά να μιλούσε πάλι θα ακουγόταν.
-Άκουσα, είπε, ότι στον Οίκο της Σοφίας βρέθηκε ένα χειρόγραφο αρχαίο που ο νεαρός Έλληνας μεταφράζει. Άκουσα επίσης ότι γι΄ αυτό το χειρόγραφο χύθηκε αίμα. Θέλω να ακούσω και τις δύο πλευρές.
Ο Αμπού Ζάιντ έσκυψε το κεφάλι με ευλάβεια δούλου. Η φωνή του ήταν γλυκιά, σχεδόν θρηνητική.
-Ω! ηγεμόνα των πιστών, ο νεαρός σκλάβος φέρνει διδασκαλίες αντίθετες προς την αλήθεια του Ισλάμ. Λέει πως η Γη κινείται, πως ο ουρανός δεν είναι όπως μας δόθηκε. Αιρετικές φαντασίες που θα σπείρουν αμφιβολία, θα βλάψουν την πίστη, θα κλονίσουν τους αδύναμους.
Ψίθυροι σηκώθηκαν σαν κύμα.
Ο χαλίφης έστρεψε το βλέμμα στον Δημήτριο.
-Κι εσύ, σκλάβε; Τι λες;
Ο Δημήτριος ένιωσε τα γόνατά του να τρέμουν. Αναζήτησε τον Γεώργιο, που του έγνεψε σχεδόν αόρατα. «Μίλα.» Πήρε μια βαθιά ανάσα.
-Μεγαλειότατε, εγώ δεν αντιμάχομαι πίστη ή νόμο. Εγώ διαβάζω μόνο όσα έγραψαν οι σοφοί πρόγονοί μου. Το χειρόγραφο δεν είναι δικό μου. Το μετέφρασα. Αν τα άστρα κινούνται όπως λένε, τότε έτσι τα έβαλε ο Θεός. Εμείς προσπαθούμε μόνο να κατανοήσουμε το έργο Του και να θαυμάσουμε το μεγαλείο Του.
Η αίθουσα βούιξε. Ορισμένοι λόγιοι αντάλλαξαν βλέμματα θαυμασμού. Άλλοι αγανάκτησης. Ένας βεζίρης δεν άντεξε!
-Λόγια σκλάβου! Τι απόδειξη έχει;
Πριν ο Δημήτριος προλάβει να μιλήσει, ο Γεώργιος έκανε ένα βήμα μπροστά, παραβαίνοντας κάθε εθιμοτυπία. Δεν επιτρεπόταν να μιλήσει χωρίς άδεια.
-Μεγαλειότατε, είπε με φωνή σταθερή, εγώ τον είδα με τα μάτια μου. Τα βράδια ανεβαίνει στο παρατηρητήριο, μετρά τα άστρα, σημειώνει τις κινήσεις τους, τις συγκρίνει με τα γραμμένα. Δεν μιλά χωρίς αποδείξεις. Μιλά με αριθμούς. Αν αυτός λέει ψέματα, τότε κι ο ίδιος ο ουρανός λέει ψέματα.
Σιωπή, βαθιά, πυκνή.
Ο χαλίφης σήκωσε αργά το χέρι του.
-Η πίστη μας, είπε, είναι δυνατή. Δεν φοβάται τις ερωτήσεις. Αν όσα γράφει το χειρόγραφο είναι αληθινά, τότε αποτελούν μέρος της σοφίας του Δημιουργού. Αν είναι ψέματα, θα καταρρεύσουν από μόνα τους. Η εντολή μου είναι αυτή. Ο Έλληνας θα συνεχίσει τη μετάφραση υπό την προστασία του Οίκου. Όποιος επιχειρήσει να τον εμποδίσει, θα λογοδοτήσει σε μένα.
Η αίθουσα εξερράγη από επιφωνήματα, άλλα ανακούφισης, άλλα οργής.
Ο Αμπού Ζάιντ ούρλιαξε!
-Ανοίγεις τον δρόμο στην αίρεση!
Οι φρουροί τον άρπαξαν πριν προλάβει να μιλήσει ξανά και τον έσυραν έξω.
Ο Δημήτριος έσκυψε βαθιά μπροστά στον χαλίφη. Ο Γεώργιος το ίδιο. Είχαν κερδίσει μια μάχη, όχι τον πόλεμο.
Όμως όλοι όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα καταλάβαιναν πως ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει.
Οι μέρες κύλησαν με έναν παράξενο συνδυασμό αγωνίας και γαλήνης. Ο Δημήτριος, υπό την επίσημη προστασία του χαλίφη πλέον, εργαζόταν σχεδόν αδιάκοπα. Με τη γνωστή του ταπεινότητα, αλλά και με εκείνο το γόνιμο πείσμα που τον χαρακτήριζε από παιδί, μετέφραζε τις τελευταίες σελίδες του πολύτιμου χειρογράφου.
Το έργο αποκάλυπτε έναν ουρανό που δεν ήταν στερεός θόλος αλλά άπειρο βάθος, γεμάτο κίνηση. Οι πλανήτες δεν ήταν καρφωμένοι στο στερέωμα αλλά κινούνταν σε αρμονικούς κύκλους γύρω από έναν κεντρικό Ήλιο. Καθώς διάβαζε άκουγε τη φωνή του Έλληνα προγόνου του από τη Σάμο να αντηχεί από τα βάθη των αιώνων.
Μια νύχτα, καθώς το φως του λυχναριού τρεμόπαιζε δημιουργώντας σκιές που χόρευαν στους τοίχους, σηκώθηκε απότομα και φώναξε τον Γεώργιο.
-Έλα! Δες εδώ! Όλα βγάζουν νόημα! Οι αριθμοί συμφωνούν με τις παρατηρήσεις. Αν η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο, τότε η μετατόπιση των άστρων δεν είναι θαύμα. Είναι η φυσική τάξη, η βαθύτερη μουσική του κόσμου.
Ο Γεώργιος τον κοίταξε αποσβολωμένος.
-Δημήτριε, ψιθύρισε ο Γεώργιος, σχεδόν διστακτικά, αυτό σημαίνει ότι όλα όσα μας έμαθαν είναι λειψά.
-Όχι λειψά, αποκρίθηκε ο Δημήτριος. Η αλήθεια είναι απλώς μεγαλύτερη απ' όσο νομίζαμε. Η γνώση δεν αναιρεί το παλιό. Το ξεπερνά.
Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα κύμα σκέψεων. -Αλήθεια, έμαθες τι απέγινε ο αιχμάλωτος Έλληνας μαθηματικός; Μακάρι να ήταν εδώ και ο δάσκαλός του, ο Λέων ο Σοφός.
-Ο χαλίφης του έδωσε ένα γράμμα, απάντησε ο Γεώργιος. Του ζήτησε να το παραδώσει ο ίδιος στον Λέοντα, καλώντας τον να αφήσει το Ρωμαϊκό Βιλαέτι και να έρθει στη Βαγδάτη. Του υποσχόταν πλούτη, αξιώματα, τιμές, αρκεί να μεταδώσει τη σοφία του στους Άραβες.
Ο Δημήτριος ανασήκωσε το κεφάλι, προσηλωμένος.
-Ο Λέων έδειξε το γράμμα στον αυτοκράτορα Θεόφιλο, συνέχισε ο Γεώργιος. Και τον ρώτησε τι πρέπει να πράξει. Ο αλ-Μαμούν δεν σταμάτησε εκεί. Έστειλε κι άλλα γράμματα, με δυσκολότερα προβλήματα μαθηματικών και μηχανικής. Και ο Λέων τα απάντησε όλα.. Τελικά, μια νέα αραβική πρεσβεία παρουσιάστηκε ενώπιον του Θεόφιλου και τον πληροφόρησε ότι ο χαλίφης τον παρακαλεί ως «γνήσιος φίλος» να αφήσουν πίσω την έχθρα που τους χωρίζει και να επιτρέψει στο Λέοντα να έρθει στο
-Και; ρώτησε ο Δημήτριος με χαμηλή, συγκρατημένη φωνή.
-Φυσικά ο Θεόφιλος δεν τον άφησε. Θεώρησε αδιανόητο να παραχωρήσει σε αλλόδοξους τη σοφία της Ρωμανίας. Αντίθετα, τίμησε τον Λέοντα όπως του άξιζε: τον έβαλε επικεφαλής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί, λένε, ο λόγος του έγινε πηγή γνώσης για όποιον διψούσε για τα άστρα και τα μαθηματικά.
Ο Δημήτριος στάθηκε όρθιος, σαν να είχε ξαφνικά ξεκαθαρίσει μπροστά του ένας νέος δρόμος.
-Γεώργιε, μόλις μου αποκάλυψες τον επόμενο στόχο μας. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Και τη διδασκαλία του ίδιου του Λέοντα.
Ο Γεώργιος χαμογέλασε με ένα μείγμα θαυμασμού και απορίας.
-Δημήτριε, δεν σε προφταίνω. Το μυαλό σου ταξιδεύει πιο ψηλά κι από τ' αστέρια.
Ο Μουχάμαντ, υπερήφανος όσο ποτέ για τον μαθητή του, ζήτησε δημόσια ανάγνωση της μετάφρασης του χειρόγραφου. Στη μεγάλη αίθουσα του Οίκου της Σοφίας συγκεντρώθηκαν λόγιοι από κάθε σχολή, νεαροί μαθητευόμενοι με τα ξύλινα πλακίδια στα χέρια, ακόμη και οι δύσπιστοι βεζίρηδες
Ο Δημήτριος ανέβηκε στο βήμα. Η φωνή του έβγαινε περήφανη, καθαρή. -Όσα διαβάσαμε δεν είναι ενάντια στην πίστη, είπε. Είναι υπέρ της. Ο ουρανός δεν είναι στερεός θόλος που μας φυλακίζει. Είναι απέραντο σύμπαν , γεμάτο κόσμους. Η Γη δεν βρίσκεται στο κέντρο· είναι μέρος μιας τεράστιας αρμονίας. Και ο Δημιουργός είναι μεγαλύτερος απ' όσο φανταστήκαμε.
Μια παγωμένη σιωπή απλώθηκε στο ακροατήριο. Οι μεγάλοι λόγιοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μερικοί νεαροί έσκυψαν εμπρός σαν να άκουγαν αποκάλυψη. Κάποιοι ψιθύριζαν προσευχές. Ένας νεαρός μαθητής σηκώθηκε απότομα και φώναξε:
-Αν αυτά είναι αληθινά, τότε ανοίγονται μπροστά μας δρόμοι που ποτέ δεν περπατήθηκαν!
Όταν ο Δημήτριος δίπλωσε το χειρόγραφο, η αίθουσα έμοιαζε να κρατά την ανάσα της. Τότε μόνο σηκώθηκε ο χαλίφης, που είχε παρακολουθήσει αμίλητος. Η μορφή του υψώθηκε μέσα στο φως από τα ψηλά παράθυρα.
-Η γνώση, είπε, είναι σαν το άστρο που φωτίζει το σκοτάδι. Δεν φοβάμαι την αλήθεια, γιατί η αλήθεια ανήκει στον Θεό. Δημήτριε, το έργο σου θα μείνει στον Οίκο της Σοφίας ως θησαυρός.
Έπειτα σταμάτησε. Για μια στιγμή
κανείς δεν ανέπνεε.
-Και εσύ, δεν είσαι πια σκλάβος. Από σήμερα είσαι ελεύθερος. Και μέλος των
λογίων μου.
Η αίθουσα εξερράγη. Μερικοί χειροκρότησαν με χαρά, άλλοι ούρλιαξαν με οργή για την ασέβεια προς την παράδοση. Ο Δημήτριος ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν. Έπεσε στον μαρμάρινο διάδρομο, συγκλονισμένος. Ο Γεώργιος έτρεξε κοντά του, τον σήκωσε με χέρια που έτρεμαν.
-Στο είπα, φίλε μου, του ψιθύρισε με δάκρυα, η αλήθεια σου θα σε ελευθερώσει!
Η επιστήμη είχε θριαμβεύσει έστω για μια στιγμή. Ο Δημήτριος δεν ήταν πια ένας άγνωστος δούλος που μετέφραζε ελληνικά συγγράμματα Ήταν ο νέος που τόλμησε να κοιτάξει τον ουρανό χωρίς φόβο και να μιλήσει γι' αυτόν.
Κι όμως, καθώς η αίθουσα σείονταν από κραυγές και ψιθύρους, ένιωθε μέσα του κάτι να βαραίνει. Γιατί ήξερε καλά πως όσο πιο φωτεινά λάμπει ένα άστρο, τόσο πιο βαθιές σκιές ξυπνά γύρω του.
Η αποκάλυψη του Δημητρίου δεν πέρασε απαρατήρητη. Όσο η φήμη του μεγάλωνε, τόσο οι ψίθυροι δυνάμωναν. Οι συντηρητικοί λόγιοι τον κοιτούσαν με καχυποψία· στο πρόσωπο του νεαρού Έλληνα έβλεπαν όχι γνώση αλλά απειλή. Και οι αντίπαλοι αυλικοί, ανυπόμονοι να γκρεμίσουν τον χαλίφη από το θρόνο του, βρήκαν στον Δημήτριο ένα νέο εργαλείο για την ίντριγκα τους.
Γιατί ο Μαμούν είχε ένα όραμα επικίνδυνο για όσους φοβούνταν το φως. Πίστευε ότι η λογική και η επιστήμη οδηγούν στην αλήθεια και στο θείο περισσότερο από οποιαδήποτε τυφλή υπακοή. Γι' αυτό έστελνε ανθρώπους του σε Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια και άλλες πόλεις , να ανασύρουν χειρόγραφα αρχαία, θαμμένα σε βιβλιοθήκες ή ξεχασμένα σε μοναστήρια. Γι' αυτό παρατηρούσε και ο ίδιος τα άστρα, και συντόνιζε μαθηματικούς και αστρονόμους. Στα χρόνια του, η ελληνική επιστήμη ρίζωσε στον αραβικό κόσμο και έγινε θεμέλιο του χρυσού αιώνα του Ισλάμ.
Όμως εκεί όπου υπάρχει φως υπάρχει και σκιά. Οι συντηρητικοί λόγιοι που υποστήριζαν την ιδέα «πίστευε και μη ερεύνα», προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τις μεταφράσεις για να υφάνουν πολιτικές ίντριγκες εναντίον του χαλίφη και να επηρεάσουν την αυλή.
Οι υπέρμαχοι του «πίστευε και μη ερεύνα» είχαν αποφασίσει να χτυπήσουν. Να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες τις μεταφράσεις, όχι για γνώση, αλλά για να σπείρουν διχόνοια.
Ένα βράδυ, καθώς ο Δημήτριος και ο Γεώργιος έφευγαν από τον Οίκο της Σοφίας και πήγαιναν να συναντήσουν σε μυστικό ραντεβού τον Ιωάννη Γραμματικό, δάσκαλο και απεσταλμένο πρέσβη στο χαλιφάτο του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόφιλου, σκιές ξεπήδησαν στα σοκάκια. Σπαθιά γυάλισαν. Ο Γεώργιος όρμησε να προστατεύσει τον Δημήτριο. Αλλά εκείνοι ήταν πολλοί. Ο Δημήτριος ένιωσε το ατσάλι να πλησιάζει τον λαιμό του.
Σπαθιά έλαμψαν. Ο Γεώργιος πρόλαβε να σταθεί μπροστά στον φίλο του.
«Τρέξε!» φώναξε, αλλά δεν υπήρχε χώρος, ούτε δρόμος προς σωτηρία.
Οι άνδρες τους κύκλωσαν. Ο Δημήτριος ένιωσε την ψυχρή λεπίδα να πλησιάζει τον λαιμό του, τόσο κοντά που μπορούσε να νιώσει την ανάσα του θανάτου.
Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, ακούστηκε μια φωνή που έκοψε τον αέρα στα δύο.
-Σταθείτε!
Οι επιτιθέμενοι πάγωσαν. Από την άκρη του δρόμου ξεπρόβαλε ένας άνδρας με βασιλικό παράστημα, μανδύα μαύρο, βλέμμα που έκαιγε . Πίσω του ακολουθούσαν πάνοπλοι φρουροί.
Ήταν ο Ιωάννης ο Γραμματικός, φημισμένος δάσκαλος, λόγιος, και επίσημος απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου.
-Αυτός ο άνδρας, είπε δείχνοντας τον Δημήτριο, βρίσκεται υπό την προστασία της Κωνσταντινούπολης.
Τα σπαθιά χαμήλωσαν αμέσως. Με μια κίνηση του χεριού του, οι φρουροί του διέλυσαν τη συμμορία .
Ο Ιωάννης γύρισε τότε προς τον Δημήτριο. Το βλέμμα του ήταν διεισδυτικό, βαθύ, σαν να ζύγιζε μπροστά του όχι έναν νεαρό άνδρα, αλλά ένα μελλοντικό έργο.
«Μόνο ένας ανόητος,» είπε, «θα άφηνε να χαθούν δύο Έλληνες με τέτοια δύναμη στο μυαλό τους. Από απόψε δεν είστε του χαλίφη. Είστε του Βυζαντίου. Η σοφία δεν έχει πατρίδα, Δημήτριε· ανήκει σε όσους μπορούν να τη σηκώσουν.»
Ο Δημήτριος ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Έσκυψε το κεφάλι με συγκίνηση.
«Δάσκαλε…» ψιθύρισε.
Και για πρώτη φορά κατάλαβε ότι η μοίρα του δεν ήταν πλέον δεμένη μόνο με την Βαγδάτη, ούτε με έναν χαλίφη, ούτε με ένα χειρόγραφο. Αλλά με κάτι απείρως μεγαλύτερο.