ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13-Κωνσταντινούπολη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Το ταξίδι προς την Πόλη ήταν μακρύ και δύσκολο αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Η κούραση υπήρχε, τα σώματα πονούσαν. Όμως η ελπίδα έδινε φτερά στην ψυχή. Κάθε βήμα πάνω στην καυτή άμμο έφερνε τους πρώην αιχμαλώτους πιο κοντά στην πατρίδα, που τόσα χρόνια ζούσε μόνο στη μνήμη και στα όνειρά τους.
Όταν το σκοτάδι σκέπαζε την έρημο και το καραβάνι ξαπόσταινε, η σιωπή ήταν γεμάτη προσμονή. Ο Δημήτριος ύψωνε το βλέμμα στον θόλο του ουρανού, αναζητώντας τους γνώριμους αστερισμούς. Εκείνα τα ίδια άστρα, που κάποτε ο Μοχάμαντ του είχε ξεκλειδώσει σαν μυστικά κλειδιά της γνώσης στον Οίκο της Σοφίας, έφεγγαν τώρα σαν φάροι πάνω από το μονοπάτι του νόστου φωτίζοντας το δρόμο τους. Οι αστερισμοί δεν του μιλούσαν πια μόνο για αποστάσεις και κύκλους, αλλά για μοίρες που αλλάζουν, για ανθρώπους που, ακόμη και μέσα στη σκλαβιά, μπορούν και επιλέγουν να παραμένουν ελεύθεροι.
Ο Γεώργιος περπατούσε συνήθως σιωπηλός. Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων. Μέσα του κουβαλούσε, σαν πολύτιμο θησαυρό, όλα όσα είχε ζήσει. Από τη μαύρη μέρα της αρπαγής του μέχρι το φως της απελευθέρωσης, κάθε πόνος και κάθε θαύμα είχαν γίνει κομμάτι της ύπαρξής του.
Ύστερα από αμέτρητες μέρες πορείας, μπροστά τους απλώθηκε η θάλασσα της Λαοδίκειας. Μπλε, φωτεινή, αληθινή. Κάποιοι στάθηκαν ακίνητοι. Άλλοι έκλεισαν τα μάτια. Η αλμύρα γέμισε τα πνευμόνια τους, δροσερή λυτρωτική κι έσβησε την κάψα της ερήμου από το δέρμα και τη μνήμη. Αντέχεται, ψυχή μου, τέτοια χαρά;
Στην αποβάθρα τους περίμενε το αυτοκρατορικό χελάνδιο. Ψηλό, γερό, δεμένο καλά. Ξύλο που έτριζε, πανιά διπλωμένα, σκοινιά τεντωμένα. Δεν ήταν απλώς πλοίο. Ήταν έξοδος. Με την πλώρη στραμμένη προς τη Δύση, έμοιαζε έτοιμο να σκίσει τα κύματα και να τους πάρει μακριά από ό, τι άφηναν πίσω.
Η κίνηση στο λιμάνι δυνάμωνε. Φωνές, βήματα, διαταγές. Γρήγορα έγινε φανερό πως δεν θα χωρούσαν όλοι. Ένα δεύτερο πλοίο ετοιμάστηκε. Εκατό ακόμη άνθρωποι θα επιβιβάζονταν. Εκατό ζωές που άφηναν πίσω τους τη σκιά για να βρουν το φως. Η επιστροφή έπρεπε να είναι αντάξια της ελευθερίας που κερδήθηκε, προσφέροντας αξιοπρέπεια σε εκείνους που είχαν λυγίσει από το βάρος της αιχμαλωσίας
Στα σκοτεινά αμπάρια των πλοίων κρύβονταν τα χρυσά δώρα του Χαλίφη. Όμως ανάμεσα στα κιβώτια και στα δέματα, φυλασσόταν ένας θησαυρός πιο πολύτιμος από κάθε πολύτιμο μέταλλο. Περγαμηνές. Χειρόγραφα σπάνια. Οι Άραβες λόγιοι τα είχαν παραδώσει με σεβασμό, σαν να αποχωρίζονταν κάτι ιερό. Δεν ήταν λάφυρα. Ήταν προσφορά. Ήταν η μεγάλη απόδειξη πως η αποστολή του Ιωάννη είχε χτίσει μια γέφυρα φιλίας πάνω από το αιματηρό χάσμα του πολέμου.
Καθώς οι επιβάτες ανέβαιναν στο πλοίο, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος κοντοστάθηκαν για μια τελευταία φορά στην προβλήτα. Στάθηκαν δίπλα δίπλα και κοίταξαν το απέραντο γαλάζιο. Η θάλασσα άστραφτε μπροστά τους. Ήξεραν πια πως όσο πιο βαθύ είναι το σκοτάδι της νύχτας, τόσο πιο λαμπρή ανατέλλει η αυγή. Ό, τι είχαν μάθει, ό, τι είχαν αντέξει, ό, τι είχαν χάσει και είχαν ξαναβρεί, θα τους ακολουθούσε για πάντα σαν το άστρο της Βηθλεέμ σταθερό πάνω από τον δρόμο της ζωής τους.
Ο Ιωάννης στάθηκε στην πλώρη, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί στον ορίζοντα. Στο μυαλό του περνούσαν οι εικόνες της Βαγδάτης, τα λαμπερά δώρα, η επιβλητική αίθουσα του χαλίφη, ο Οίκος της Σοφίας με τους ψιθύρους των χειρογράφων. Θυμήθηκε τον Δημήτριο και τον Γεώργιο σκυμμένους πάνω από τα κείμενα. Τη φλόγα στα μάτια τους. Την αλήθεια του Αρίσταρχου, που ο νεαρός είχε μεταφράσει με επιμονή και πίστη. Και τότε κατάλαβε και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Δεν έφερνε πίσω μόνο ειρήνη και ελεύθερους ανθρώπους. Έφερνε σπόρους. Και αν αυτοί οι σπόροι έβρισκαν γόνιμο έδαφος, θα μπορούσαν να αλλάξουν το μέλλον του κόσμου.
Τα καράβια γλιστρούσαν απαλά πάνω στα κύματα, σαν να ήξεραν κι εκείνα πως πλησίαζε το τέλος ενός μακρινού ταξιδιού, γεμάτου δοκιμασίες και εμπειρίες. Ύστερα από σύντομες στάσεις στην Κύπρο και στη Σάμο, άνοιξαν πανιά για τον Βόσπορο. Οι ταξιδιώτες, λυτρωμένοι πια και ξεκούραστοι, μιλούσαν δυνατά, γελούσαν, έκαναν σχέδια για όσα τους περίμεναν. Η ελπίδα διακρινόταν στις φωνές τους.
Ώσπου ένα πρωινό, ο Βόσπορος άστραψε μπροστά τους, κάτω από το πρώτο φως της μέρας. Μέσα από την πρωινή ομίχλη που σκέπαζε ακόμα τα νερά του Μαρμαρά, άρχισαν να ξεπροβάλλουν σιγά σιγά οι μορφές των τρούλων και των τειχών. Σκιές στην αρχή. Ύστερα μάρμαρο και φως. Οι ακροπόλεις καθρεφτίζονταν στην ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, σαν όνειρο που έπαιρνε σχήμα. Ο ήλιος ανέβαινε αργά από την Ανατολή. Ο ουρανός άλλαζε χρώματα. Το γαλάζιο γινόταν χρυσό, και οι στέγες των ανακτόρων άστραφταν πυρωμένες.
Όταν τα βυζαντινά καράβια φάνηκαν ανοιχτά του Μαρμαρά, οι καμπάνες της Μεγάλης Εκκλησίας ήχησαν πανηγυρικά. Ο ήχος κύλησε πάνω από τα νερά, πέρασε τις συνοικίες και τα πολύβουα λιμάνια και αγκάλιασε ολόκληρη την Πόλη. Ήταν το καλωσόρισμα. Η επιστροφή είχε ολοκληρωθεί.
Ο Δημήτριος στεκόταν στην πλώρη, ακίνητος, με τα μάτια καρφωμένα μπροστά του, σαν να φοβόταν πως αν ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα θα χανόταν το θαύμα. Πίσω του έμενε η Βαγδάτη με τα πολύβουα παζάρια, τα άστρα που έλαμπαν πάνω από τον Ευφράτη, τα χειρόγραφα που αντέγραφε με λαχτάρα ως τα ξημερώματα. Μια ολόκληρη ζωή. Μπροστά του υψωνόταν τώρα η Πόλη των Πόλεων. Η Βασιλεύουσα. Όχι πια σαν όνειρο ή ιστορία, αλλά αληθινή, τεράστια, φωτεινή. Το όνειρο μιας ζωής. Της δικής του ζωής.
Ο Ιωάννης Γραμματικός τον πλησίασε αθόρυβα.
— Εδώ είναι, παιδί μου, είπε χαμηλόφωνα, με φωνή γεμάτη περηφάνια και συγκίνηση. Η Πόλη που τόσα χρόνια λαχταρούσες να δεις, η πατρίδα που δεν σε ξέχασε.
Ο Δημήτριος δεν απάντησε. Δεν μπορούσε. Ο λαιμός του σφίχτηκε, η ανάσα του κόπηκε. Ήταν σαν να γύριζε σπίτι ύστερα από αιώνες, κουβαλώντας μέσα του την ιστορία κάποιου άλλου και τη βεβαιότητα πως τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πριν.
Όταν τα πλοία πλησίασαν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, οι καρδιές τους σφίχτηκαν από δέος. Οι πελώριοι πύργοι του Θεοδοσιανού τείχους υψώνονταν μπροστά τους, λουσμένοι στο φως του ήλιου, αγέρωχοι, ακλόνητοι, φρουροί αιώνων. Ήταν σαν να έβλεπαν την ίδια την Ιστορία να τους παρακολουθεί.
Στον Κεράτιο Κόλπο, αμέτρητα πολύχρωμα καράβια χοροπηδούσαν πάνω στα κύματα. Το λιμάνι έσφυζε από ζωή: φωνές, γέλια, εμπορεύματα, άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Χίλιες γλώσσες μπλέκονταν στον αέρα, κι όμως όλες έλεγαν το ίδιο πράγμα. «Εδώ χτυπά η καρδιά του κόσμου».
Μπορεί να μην υπήρχε μια ζεστή αγκαλιά οικογένειας να τους περιμένει στην προκυμαία. Όμως δεν ένιωθαν μόνοι. Η ίδια η Πόλη τους υποδεχόταν σαν μητέρα που άνοιγε την αγκαλιά της για να δεχτεί πίσω τα χαμένα της παιδιά που γύρισαν από μακρινό, δύσκολο ταξίδι.
Το πλοίο έδεσε τελικά στο λιμάνι του Κοντοσκάλι. Οι δυνατές φωνές των εμπόρων, τα ρυθμικά τραγούδια των ναυτών και οι χιλιάδες ήχοι της αποβάθρας έσμιγαν σε έναν αδιάκοπο ύμνο για τη ζωή. Η Κωνσταντινούπολη ανάσαινε βαθιά, ένα μεθυστικό μίγμα από μυρωδιές και φωνές που έμοιαζαν να κουβαλούν στις πλάτες τους ολόκληρους αιώνες.
Ο Δημήτριος ένιωσε πως κάθε πέτρα, κάθε ήχος, κάθε άγγιγμα του αέρα είχε κάτι το ιερό. Δεν ήταν πια το φοβισμένο παιδί από τη Θεσσαλονίκη, ούτε ο σκλάβος που είχε παλέψει στη Βαγδάτη. Ήταν ένας άντρας που είχε περάσει μέσα από φωτιά και άμμο, σμιλεύοντας την ψυχή του, για να φτάσει εδώ, στην καρδιά του κόσμου.
— Νιώθω σαν να βλέπω την πατρίδα μου για πρώτη φορά, ψέλλισε συγκινημένος ο Δημήτριος. Κι όμως, όσο μακριά κι αν βρισκόμουν, ποτέ δεν έπαψε να ζει μέσα μου.
Ο Γεώργιος, κοιτάζοντας γύρω του με δέος, συμπλήρωσε:
— Ύστερα από την έρημο και τις δοκιμασίες της Βαγδάτης, η Πόλη φαίνεται πιο μεγαλειώδης απ' όσο την ονειρευτήκαμε. Μα πάνω απ' όλα, Δημήτριε, είναι πιο αληθινή από ποτέ.
Ο Ιωάννης Γραμματικός, πλαισιωμένος από τον Δημήτριο, τον Γεώργιο και μια μικρή ακολουθία, ανηφόρισε προς το Ιερό Παλάτιο. Στη μεγαλοπρεπή είσοδο τους περίμενε ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος. Ακολουθώντας το τυπικό της αυλής, οι ταξιδιώτες προσέπεσαν στα πόδια του, όμως τα μάτια του αυτοκράτορα έλαμπαν ήδη από ανυπομονησία.
— Τι μαντάτα μας φέρνεις από τα βάθη της Ανατολής, Ιωάννη; ρώτησε με φωνή σοβαρή.
Ο Ιωάννης ανασηκώθηκε αργά, με σεβασμό αλλά και περηφάνια.
— Μεγαλειότατε, η αποστολή μας στέφθηκε με επιτυχία πέρα από κάθε προσδοκία. Ο χαλίφης αλ-Μαμούν δέχθηκε τα δώρα σου με σεβασμό, αλλά περισσότερο θαύμασε τη σοφία και τις γνώσεις των Ρωμαίων. Κι εκείνος ανταπέδωσε πλούσια, φορτώνοντας τα καράβια μας με θησαυρούς αντάξιους του ονόματός σου: πολύτιμα μέταλλα, αρώματα της Ανατολής και σπάνιες περγαμηνές, που οι λόγιοί του παρέδωσαν κλείνοντας μέσα τους τη σοφία αμέτρητων χρόνων.
Καθώς μιλούσε, ο Θεόφιλος τον παρακολουθούσε με ένταση, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη.
—Ο Δημήτριος, συνέχισε ο Ιωάννης, δείχνοντας τον νεαρό άνδρα δίπλα του μετέφρασε ένα σπάνιο χειρόγραφο του Αρίσταρχου του Σάμιου, που του εμπιστεύτηκε ο Άραβας δάσκαλός του. Ένα κείμενο τολμηρό που υποστηρίζει πως η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο! Ο χαλίφης, θαυμάζοντας τον νου και το θάρρος του, του χάρισε την ελευθερία. Ο Γεώργιος απελευθερώθηκε με ανταλλαγή αιχμαλώτων. Και οι δύο βρίσκονται τώρα μπροστά σου ελεύθεροι.
Τα μάτια του Θεόφιλου φωτίστηκαν. Η αυλή έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή ενώ όλοι κατάλαβαν το βάρος και τη σημασία των όσων άκουγαν. Η αποστολή δεν είχε φέρει μόνο πλούτο, είχε φέρει γνώση, θάρρος και ελευθερία.
— Δεν είναι μόνο τα δώρα και οι συμφωνίες που μετρούν, είπε ο Θεόφιλος με φωνή γεμάτη περηφάνια. Πρώτα απ' όλα είναι οι άνθρωποι και η γνώση που φέρνουν μαζί τους. Εσύ, Ιωάννη, όχι μόνο με εκπροσώπησες με τιμή αλλά απέδειξες πως η σοφία μπορεί να ενώσει λαούς που τα όπλα χωρίζουν.
Έπειτα, ο νεαρός βασιλιάς, λάτρης των γραμμάτων και της τέχνης, στράφηκε στους δύο νέους.
— Εσείς φέρατε πίσω κάτι παραπάνω από τη ζωή σας. Φέρατε τη σοφία της Ανατολής. Η Πόλη έχει ανάγκη από πνεύματα σαν τα δικά σας.
Ο Δημήτριος έσκυψε το κεφάλι.
— Δέσποτα, δεν έχουμε οικογένεια εδώ. Μα έχουμε την Ελλάδα στην καρδιά μας και τη γνώση στα χέρια μας. Αν το θελήσεις, θα αφιερώσουμε τη ζωή μας στη μελέτη και στην υπηρεσία της αυτοκρατορίας.
Ο Θεόφιλος χαμογέλασε, σπάνιο χαμόγελο για την αυλή του.
— Τότε η Πόλη θα γίνει η νέα σας οικογένεια, είπε. Θα βρείτε τη θέση που σας αξίζει ανάμεσα στους σοφούς μας.
Στρέφοντας ξανά το βλέμμα του στον Ιωάννη, πρόσθεσε:
— Τώρα, Ιωάννη, ας υποδεχτούμε και τα δώρα του αδελφού χαλίφη.
Τα βαριά κιβώτια μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό του παλατιού. Ο βασιλιάς θαύμασε τα δώρα του Αλ Μαμούν, ιδιαίτερα το αστρονομικό όργανο αλλά και τα χειρόγραφα. Τα πολύτιμα αντικείμενα φυλάχτηκαν στα βασιλικά ταμεία και τα χειρόγραφα στη σχολή της αστρονομίας ώστε να μελετηθούν από τους βυζαντινούς λόγιους.
Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί. Ένας νέος κύκλος γνώσης μόλις ξεκινούσε. Οι Έλληνες σοφοί επέστρεψαν στα σπίτια τους και στους δικούς τους, φέρνοντας στις αποσκευές τους το άρωμα της ερήμου και το φως της Ανατολής. Οι νέοι μαθητές, που κάποτε βάδιζαν με τις αλυσίδες του φόβου, δρασκέλισαν το κατώφλι της ελευθερίας τους, οπλισμένοι με την πιο ισχυρή δύναμη του κόσμου, τη γνώση. Εκείνη η γνώση, που ταξίδεψε από τα γαλάζια νερά της Μεσογείου ως τους χρυσούς αμμόλοφους της Βαγδάτης και πίσω, δεν χάθηκε στους δρόμους. Έγινε μια αόρατη σφραγίδα χαραγμένη στις ψυχές όλων εκείνων που τόλμησαν να πιστέψουν πως οι άνθρωποι, όσο μακριά κι αν ζουν, κοιτάζουν τα ίδια άστρα και αναζητούν την ίδια αλήθεια.
Το επόμενο πρωί ο Δημήτριος ξύπνησε αργά . Κι αν τον άφηνε ο Γεώργιος θα κοιμόταν ακόμη. «Υπήρχε και τέτοιος ύπνος;» αναρωτήθηκε. Δεν θυμόταν να είχε κοιμηθεί ποτέ τόσο βαθιά. Ύπνος, θάνατος, είχε ακούσει να λένε.
— Σήκω! του φώναξε ο Γεώργιος. Πώς μπορείς και κοιμάσαι; Είσαι στην Πόλη. Στην Πόλη! Με Π κεφαλαίο.
Ο Δημήτριος πετάχτηκε από το κρεβάτι. Χρειάστηκε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Δεν είχε ακούσει ούτε τις καμπάνες της Αγίας Σοφίας που τόσο λαχταρούσε. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν η πραγματοποίηση του ονείρου. Και τότε χαμογέλασε ευτυχισμένος. Ό, τι και να συνέβαινε από δω και στο εξής δεν τον ένοιαζε. Κοίταξε τον καρδιακό του φίλο και τα μάτια του τού είπαν ό, τι το στόμα του δίσταζε ακόμη να ομολογήσει για τη ζωή που κερδίσανε ξανά.
Πλησίασε το παράθυρο. Ο αέρας του Βοσπόρου, δροσερός, του χάιδεψε το πρόσωπο. Ήθελε να ρουφήξει κάθε δευτερόλεπτο, να φυλακίσει αυτή τη στιγμή στη μνήμη του σαν φυλακτό για να μην την ξεχάσει ποτέ. Είναι επιτέλους στην Πόλη. Θα τους φτάσει άραγε η υπόλοιπη ζωή για να τη δουν, να την ακούσουν, να τη μυρίσουν, να τη γευτούν; Η σκέψη αυτή τους έκανε να γελάσουν σχεδόν από ευτυχία.
Ντύθηκαν βιαστικά, λες και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν μια χαμένη σελίδα από το μέλλον τους και χύθηκαν στους δρόμους σαν παιδιά που αφήνονται ελεύθερα για πρώτη φορά. Οι αγορές μοσχοβολούσαν φρεσκοψημένο ψωμί που άχνιζε ακόμα και πικάντικα μπαχαρικά που γαργαλούσαν την ανάσα. Στα μαγαζιά των εμπόρων, πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα σε χρώματα πορφυρά και γαλάζια κυμάτιζαν στον αέρα και λαμποκοπούσαν στο φως. Οι εκκλησίες, με τις καμπάνες τους να χτυπούν αδιάκοπα, γέμιζαν τον αέρα με ήχους γνώριμους και ταυτόχρονα μαγικούς σαν να τους καλωσόριζαν. Στα λιμάνια, ναύτες και ψαράδες διαλαλούσαν την ψαριά της ημέρας, ενώ άλλα καράβια, με τα πανιά φουσκωμένα από τον άνεμο, διέσχιζαν τον Βόσπορο, κουβαλώντας ανθρώπους, εμπορεύματα και ιστορίες.
Ο Δημήτριος σταμάτησε σε μια πέτρινη γέφυρα. Έσκυψε και κοίταξε την αντανάκλαση των τειχών και των τρούλων να τρεμουλιάζει στα νερά.
— Γεώργιε, είπε χαμηλόφωνα, νιώθω πως επιστρέψαμε στο σπίτι μας, κι όμως όλα φαντάζουν καινούργια. Κάθε δρομάκι, κάθε ήχος, κάθε άγνωστο πρόσωπο. Είναι λες και ανακαλύπτουμε σήμερα από την αρχή τι σημαίνει "πατρίδα".
Ο Γεώργιος χαμογέλασε, παρακολουθώντας τα καράβια που έμπαιναν αργά στο λιμάνι.
— Μετά από τις ερήμους και τα παλάτια της Βαγδάτης, αποκρίθηκε, την Πόλη τη βλέπουμε τώρα για πρώτη φορά. Κι όμως, η καρδιά μας χτυπάει ήδη στον ρυθμό της. Εδώ ανήκουμε, Δημήτριε!
Συνέχισαν τον περίπατό τους, ανακατεύτηκαν στο πλήθος, ανάσαιναν βαθιά τον αέρα της ελευθερίας που γέμιζε, κάθε τόσο τα μάτια τους με δάκρυα χαράς. Ποια μοίρα το είχε γράψει πως θα ερχόταν μια μέρα που οι δυο τους, ελεύθεροι πια, θα τριγυρνούσαν στην Πόλη χωρίς φόβο, αλλά γεμάτοι πάθος για την καινούρια τους ζωή;
Βαγδάτη και Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσες δύο τεράστιων αυτοκρατοριών. Κι όμως πόσο διαφορετικές. Εδώ, η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς . Παιδιά έπαιζαν και γελούσαν στις πλατείες, γυναίκες με πολύχρωμους μανδύες ψώνιζαν στις αγορές, άντρες με ηλιοκαμένα πρόσωπα, ξεφόρτωναν ασταμάτητα εμπορεύματα στα λιμάνια. Καθεδρικοί ναοί και δημόσια λουτρά στόλιζαν την πόλη. Δεν υπήρχαν πια οι ψηλοί μιναρέδες ούτε η μακρόσυρτη φωνή του μουεζίνη να καλεί τους πιστούς σε προσευχή. Και πάνω απ' όλα, υπήρχε αυτή η πρωτόγνωρη αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας και ελευθερίας, μια σιγουριά που στη Βαγδάτη, όσο λαμπρή κι αν ήταν, δεν είχαν νιώσει ποτέ.
Καθώς το σούρουπο άρχισε να απλώνει το πέπλο του, ο Δημήτριος σήκωσε τα μάτια στον ουρανό που άρχισε να τρεμοσβήνει.
— Κοίτα, Γεώργιε, ψιθύρισε δείχνοντας ψηλά. Τα άστρα πάνω από την Κωνσταντινούπολη. Είναι τα ίδια ακριβώς άστρα που μελετούσαμε στη Βαγδάτη.
— Ίδια είναι, Δημήτριε, αποκρίθηκε ο Γεώργιος με φωνή σταθερή. Όμως τώρα είμαστε στην πατρίδα. Τώρα μπορούμε να τα μελετούμε χωρίς φόβο. Να ονειρευόμαστε χωρίς φόβο. Να ζούμε χωρίς φόβο.
Κι έτσι το «νόστιμον ήμαρ» δεν ήταν απλώς το τέλος ενός ταξιδιού. Ήταν η πρώτη σελίδα ενός νέου βιβλίου, η αυγή μιας ζωής όπου η γνώση και η ελευθερία θα βάδιζαν πια χέρι-χέρι.