ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18-Πλεξούδα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο
ΠΛΕΞΟΥΔΑ
Το πρώτο πρωινό στη Θεσσαλονίκη βρήκε τον Δημήτριο, τον Γεώργιο και τον Νικήτα στην αυλή πριν ακόμα ανατείλει ο ήλιος. Τα δάκρυα της πρώτης νύχτας στέγνωσαν και οι καρδιές τους γέμισαν δύναμη για να ξεκινήσουν.
Ο Μητροπολίτης Λέων τους περίμενε στο γραφείο του. Πάνω στο βαρύ ξύλινο τραπέζι ήταν ανοιχτά τα διατάγματα του αυτοκράτορα Θεόφιλου.
— Ο αυτοκράτορας ήταν σαφής, είπε ο Λέων, καρφώνοντας το βλέμμα του στους τρεις άνδρες. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να γίνει κάστρο απόρθητο αλλά και μια ανοιχτή αγκαλιά για τα παιδιά της. Τα τείχη που βλέπουν στη θάλασσα πρέπει να ψηλώσουν και να διορθωθούν οι ρωγμές τους. Όμως, μαζί με την άμυνα της πόλης, θα χτίσουμε και την ελπίδα της, το Ορφανοτροφείο. Κανένα παιδί δεν θα μείνει χωρίς στέγη. Στράφηκε στον Νικήτα, η φωνή του ήταν τώρα πιο ζεστή.
— Νικήτα, εσύ ως έμπειρος θαλασσόλυκος, γνωρίζεις τα μυστικά του Θερμαϊκού καλύτερα από τον καθένα. Αναλαμβάνεις να φέρεις την πέτρα και το μάρμαρο από τη Θάσο και την ξυλεία από τις δασωμένες πλαγιές του Άθωνα. Τα πλοία σου θα τροφοδοτούν και θα δίνουν ζωή στα έργα μας.
Έπειτα, ο Λέων ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Δημητρίου. Το βλέμμα του έγινε διαπεραστικό.
— Δημήτριε, είπε με φωνή σταθερή, σε σένα αναθέτω το "νου" του έργου μας. Θα πάρεις τους διαβήτες σου και θα χαράξεις τα σχέδια των νέων πύργων. Θα μελετήσεις τα τείχη για να αντέχουν στα χτυπήματα των κυμάτων και των εχθρών. Αλλά το πιο σπουδαίο, θα σχεδιάσεις το Ορφανοτροφείο έτσι ώστε να είναι γερό, ευρύχωρο και φωτεινό.
Ο Δημήτριος έγνεψε με σεβασμό, νιώθοντας το βάρος και την τιμή της αποστολής του.
Τα μάτια του Νικήτα έλαμπαν.
— Σεβασμιότατε, ο γιος μου θα διορθώνει τα τείχη κι εγώ θα του φέρνω τα εφόδια. Μαζί δεν θα αφήσουμε κανέναν πειρατή να πλησιάσει ξανά.
Ο Δημήτριος κοίταξε τον Νικήτα. Ο πατέρας του, ο έμπειρος καπετάνιος που είχε παλέψει με τα κύματα και τους πειρατές, στεκόταν τώρα εκεί με το βλέμμα του γεμάτο περηφάνια.
— Γιε μου, είπε ο Νικήτας, ακουμπώντας το βαρύ του χέρι στον ώμο του Δημητρίου, εγώ ξέρω τη θάλασσα και τα λιμάνια. Θα φέρω τα πιο γερά ξύλα και τις πιο λευκές πέτρες με τα καράβια μου. Εσύ και ο Γεώργιος θα είστε το μυαλό και τα χέρια και ο Λέων η καρδιά στη στεριά.
Ο Δημήτριος στράφηκε στον Γεώργιο.
— Και ο φίλος μας ο Γεώργιος, Σεβασμιότατε; Ποια θέση τον περιμένει στο μεγάλο μας σχέδιο;
Ο Λέων χαμογέλασε με κατανόηση.
— Ο Γεώργιος θα αναλάβει το χτίσιμο του Ορφανοτροφείου στην Άνω Πόλη. Εκεί που ο αέρας είναι πιο καθαρός και το βλέμμα φτάνει ως την άκρη του ορίζοντα. Ξέρω, είπε και στράφηκε στον Γεώργιο, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του, πως η δική σου καρδιά είναι ακόμα αλλού, ταξιδεύει σε μέρη που δεν τα δείχνει ο χάρτης.
Ο Γεώργιος έσφιξε τις γροθιές του, τόσο που οι αρθρώσεις του άσπρισαν.
— Σεβασμιότατε, ο Δημήτριος βρήκε το λιμάνι του. Όμως η αδελφή μου, η Σοφία, παραμένει ένας σπόρος χαμένος στον άνεμο. Από τη μαύρη εκείνη μέρα που οι πειρατές μας χώρισαν βίαια, η μόνη μου προσευχή είναι να δω ξανά το σημάδι στον καρπό της. Αυτό είναι το μόνο που μου απέμεινε για να την αναγνωρίσω. Νιώθω μέσα μου ότι ζει, βρίσκεται κάπου και με περιμένει.
Ο Λέων έγνεψε αργά και το βλέμμα του γέμισε από συμπόνια.
— Γεώργιε, μια σκέψη με τριγυρίζει και απορώ πώς δεν φανερώθηκε στο νου μου νωρίτερα.
— Πες το, Λέοντα! Η σκέψη σου μοιάζει με φως που τρεμοπαίζει στο σκοτάδι.
—Οι πειρατές έχουν τους δικούς τους δρόμους και ο Θεός έχει τους δικούς Του. Ίσως αυτό που ψάχνουμε δεν βρίσκεται στους χάρτες των θαλασσινών, αλλά κάπου που το ανθρώπινο μάτι δεν θεωρεί «πέρασμα». Συχνά, τα παιδιά που γνωρίζουν την τέχνη της γραφής ή κάποια άλλη σπάνια δεξιοτεχνία, δεν τα χάνουν στα σκλαβοπάζαρα. Τα πουλούν ακριβά σε οίκους της Πόλης ή σε ονομαστά μοναστήρια που διψούν για γραφείς. Θα ψάξουμε παντού, Γεώργιε. Θα οργώσουμε τη Βασιλεύουσα. Από τα "συστήματα" των υφαντών και τα εργαστήρια των τεχνιτών, μέχρι τα ορφανοτροφεία στις γειτονιές της. Αν η Σοφία είναι εκεί, η ίδια η τέχνη της θα μας οδηγήσει κοντά της.
Από την επόμενη κιόλας μέρα, δίχως να χάσει χρόνο, ο Λέων, επιστρατεύοντας τις ισχυρές διασυνδέσεις του με την Κωνσταντινούπολη, άρχισε να συντάσσει επιστολές με την προσωπική του σφραγίδα. Κι όσο εκείνες οι επιστολές ταξίδευαν πάνω σε γρήγορους δρόμωνες και καράβια, ο Γεώργιος και ο Δημήτριος έσκυψαν πάνω από τα σχέδια και τις πέτρες, ξεκινώντας το μεγάλο έργο που τους εμπιστεύτηκε ο αυτοκράτορας. Οι ρόλοι μοιράστηκαν και η Θεσσαλονίκη μεταμορφώθηκε σε ένα απέραντο, βουερό εργοτάξιο.
Στο λιμάνι, ο Νικήτας πάλευε με τα στοιχειά της θάλασσας και τους γερανούς. Επέβλεπε το ξεφόρτωμα των τεράστιων ογκόλιθων από τη Θάσο, που έφταναν λευκοί και επιβλητικοί για να θωρακίσουν τα θαλάσσια τείχη. Δίπλα τους, στοίβαζε την ξυλεία από τον Άθωνα, κορμούς από δρυ και καστανιά που ανάδιδαν ακόμη τη μυρωδιά του δάσους και του ρετσινιού, έτοιμους να γίνουν οι γερές στέγες που θα σκέπαζαν τα όνειρα των παιδιών.
Πιο ψηλά, πάνω στις επάλξεις, ο Δημήτριος στεκόταν άγρυπνος φρουρός. Με τον διαβήτη στα χέρια οργάνωνε τους τεχνίτες που έκλειναν τις ρωγμές των οχυρώσεων. Το βλέμμα του, κοφτερό και σίγουρο, μετρούσε την κάθε γωνία. Ήξερε πως κάθε πέτρα έπρεπε να δεθεί τέλεια με την άλλη, δημιουργώντας μια ασπίδα που θα κράταγε την επόμενη πολιορκία μακριά από την καρδιά της πόλης.
Στην Άνω Πόλη ο Γεώργιος είχε γίνει ένα με το σύννεφο της μαρμαρόσκονης. Συγκέντρωσε τους πιο σπουδαίους λιθοξόους και, κρατώντας ο ίδιος το καλέμι, άρχισε να πελεκά τα θεμέλια του Ορφανοτροφείου. Έβαζε όλη του την τέχνη σε κάθε χτύπημα, λες και έχτιζε κάτι για να αντέξει στους αιώνες. Ύψωνε το καταφύγιο που θα γινόταν η ζεστή φωλιά για τα ορφανά. Όμως κάθε φορά που κοντοστεκόταν για να πάρει ανάσα και να σκουπίσει τον ιδρώτα, το βλέμμα του δραπέτευε προς το ανοιχτό πέλαγος αναζητώντας στον ορίζοντα τη δική του χαμένη πατρίδα.
Η Θεανώ και η Ελένη, οι αδελφές του Δημητρίου, δε θέλησαν να μείνουν κλεισμένες στην ασφάλεια του αρχοντικού τους. Η Θεανώ, προικισμένη με αγάπη για τα γράμματα και τα μυστικά της φύσης, όταν το Ορφανοτροφείο άρχισε να παίρνει μορφή, ξεκίνησε να στήνει τη βιβλιοθήκη και το θεραπευτήριο.
— Ένα καταφύγιο για πονεμένα παιδιά δεν χρειάζεται μονάχα κεραμίδια για να τα προστατεύουν από τη βροχή, Γεώργιε, του έλεγε συχνά, καθώς τον έβλεπε να παλεύει με την πέτρα. Χρειάζεται και το φως της γνώσης για να ημερέψει ο φόβος και να γαληνέψει το μυαλό.
Με την ίδια υπομονή που οργάνωνε τα μαθήματα, η Θεανώ έσκυβε πάνω από τους πληγωμένους εργάτες. Με επιδέξια χέρια, έφτιαχνε βάλσαμα και αλοιφές από βότανα του βουνού, γιατρεύοντας τις πληγές τους. Ο Γεώργιος την παρατηρούσε συχνά να κινείται μες στη σκόνη σαν μια ήρεμη δύναμη. Ο θαυμασμός του για εκείνη μεγάλωνε, καθώς η Θεανώ είχε πάντα έναν καλό λόγο για να τον παρηγορήσει στην αναζήτησή του.
Οι εβδομάδες κυλούσαν με αγωνία, μέχρι που ένας ταχυδρόμος του Παλατιού, σκονισμένος από το ταξίδι, έφτασε στην πόλη φέρνοντας μια περγαμηνή σφραγισμένη με τον αυτοκρατορικό αετό. Η απάντηση είχε έρθει από το δικό τους ξακουστό Ορφανοτροφείο του Αγίου Παύλου στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Λέων ξεδίπλωσε την περγαμηνή και η φωνή του έτρεμε καθώς διάβαζε. «Υπάρχει μια κόρη ανάμεσά μας, ονόματι Σοφία. Μεγάλωσε υπό την προστασία του Οίκου των Ευγενών Υφαντριών. Λένε πως η βελόνα της κεντάει θαύματα πάνω στο μετάξι αλλά η ίδια μένει σιωπηλή κοιτάζοντας πάντα το πέλαγος με παράπονο. Και στον δεξί της καρπό...» Ο Γεώργιος δεν άντεξε. Ένιωσε το αίμα του να βράζει και τον διέκοψε με μια ανάσα που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής του:
— Έχει ένα σημάδι σαν μισοφέγγαρο; Ένα μικρό, λευκό φεγγάρι χαραγμένο στο δέρμα, από τότε που ήμασταν παιδιά και παίζαμε στις ακρογιαλιές;
— Ναι, ψιθύρισε ο Λέων, και τα μάτια του έλαμψαν από συγκίνηση. Είναι εκεί, Γεώργιε. Το σημάδι είναι εκεί. Και ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος, τιμώντας τον αγώνα σας, διέταξε να ταξιδέψει η Σοφία στη Θεσσαλονίκη. Θα έρθει για να δώσει πνοή στο νέο μας ίδρυμα και να διδάξει την τέχνη της στα παιδιά που, όπως κι εκείνη, έμειναν ορφανά.
Λίγες μέρες αργότερα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ο αέρας μύριζε ιώδιο και προσμονή. Ο Μητροπολίτης Λέων, όρθιος στην πέτρινη προβλήτα, παρατηρούσε ένα επιβλητικό πλοίο να σκίζει τα νερά του Θερμαϊκού. Δεν ήταν ένα κοινό εμπορικό. Οι γραμμές του ήταν πολεμικές και στο κατάρτι του κυμάτιζε η σημαία με τον αυτοκρατορικό αετό. Ήταν το περίφημο πλοίο της Αυγούστας Θεοδώρας.
Όλοι στην Πόλη γνώριζαν την ιστορία του. Ένα απόγευμα ο αυτοκράτορας βρισκόταν στο Σίγμα στο Παλάτι του Βρύαντος. Καθώς απολάμβανε τη θέα προς τον Κεράτιο κόλπο, είδε ένα εντυπωσιακό, βαρυφορτωμένο εμπορικό πλοίο να μπαίνει στο λιμάνι. Ρώτησε τους ακολούθους του τίνος ήταν το πλοίο. Όταν του απάντησαν πως ανήκει στην Αυγούστα Θεοδώρα, ο Θεόφιλος εξοργίστηκε. Για εκείνον, ήταν αδιανόητο μια αυτοκράτειρα που δεν πλήρωνε φόρους να ασκεί εμπόριο , γιατί αυτό στερούσε το κέρδος από τους απλούς πολίτες και υποβίβαζε το αξίωμά της. Θέλοντας να δώσει ένα μάθημα ταπεινότητας, διέταξε να μοιραστούν τα πλούσια εμπορεύματα της συζύγου του στον λαό ενώ το ίδιο το πλοίο το κατασχέθηκε για τις ανάγκες του στόλου.
Τώρα, εκείνο το ίδιο καράβι, ταγμένο στην υπηρεσία του κράτους, έφερνε στην πόλη έναν άλλο θησαυρό . Μόλις έπεσαν οι κάβοι, ο καπετάνιος κατέβηκε τη σκάλα και υποκλίθηκε στον Λέοντα. Τα μάτια του, μπαρουτοκαπνισμένα από τις μάχες, άστραψαν καθώς άρχισε να διηγείται.
— Σεβασμιότατε, αυτό το ταξίδι ήταν γραμμένο στα άστρα. Όταν ο αυτοκράτορας διέταξε να αδειάσουν τα μεταξωτά της Θεοδώρας από τα αμπάρια, το είπε ξεκάθαρα: «Αυτό το σκαρί δεν θα κουβαλά πια στολίδια, αλλά ανθρώπους που θα πολεμήσουν για το αύριο της αυτοκρατορίας». Στο Ορφανοτροφείο του Αγίου Παύλου βρήκαμε τη Σοφία. Μόλις πάτησε το πόδι της στο κατάστρωμα, η θάλασσα γαλήνεψε, λες και το καράβι αναγνώρισε την ευλογία που κουβαλούσε.
Ο Λέων άκουγε με προσοχή κοιτάζοντας τη λεπτή φιγούρα της Σοφίας που εμφανίστηκε στην κουπαστή.
— Καπετάνιε, αποκρίθηκε ο Λέων, ίσως το πλοίο της Αυγούστας έχασε την αξία του όταν έχασε τα εμπορεύματά του. Την κέρδισε όμως πάλι σήμερα, φέρνοντας την ελπίδα μας.
Λίγο αργότερα, μια μικρή συνοδεία φάνηκε να ανηφορίζει από το λιμάνι προς την Άνω Πόλη. Ο Γεώργιος ήταν σκαρφαλωμένος σε μια σκαλωσιά, με το πρόσωπο καλυμμένο από λευκή σκόνη. Κατέβηκε βιαστικά σκουπίζοντας τα χέρια του στην ποδιά του. Μπροστά του στάθηκε μια γυναίκα ντυμένη με έναν απλό αλλά κομψό βυζαντινό χιτώνα σε χρώμα γαλάζιο. Κρατούσε μερικά δεμένα χειρόγραφα.
— Είμαι η Σοφία, η δασκάλα, είπε με φωνή σταθερή αλλά μελαγχολική. Ο Σεβασμιότατος μου είπε πως εσείς είστε ο πρωτομάστορας .
Ο Γεώργιος την κοίταξε στα μάτια και ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Αυτή η φωνή, του θύμισε έναν ήχο μακρινό, σαν να ερχόταν από τα νανουρίσματα που άκουγε παιδί στις ακρογιαλιές του νησιού τους.
Καθώς η Σοφία άπλωσε το χέρι της για να χαιρετίσει ανέβηκε στο βραχίονα το μακρύ της μανίκι. Στον δεξί της καρπό, πάνω στο λευκό δέρμα, ξεχώριζε ένα σημάδι, σαν μισοφέγγαρο, το αποτύπωμα από ένα παλιό, βαθύ έγκαυμα.
Ο Γεώργιος άσπρισε σαν το μάρμαρο που πελεκούσε λίγο πριν. Θυμήθηκε τη νύχτα της επιδρομής, τη φωτιά στο σπίτι τους, τις κραυγές, την αδελφή του που την άρπαζαν οι πειρατές.
— Το σημάδι, ψιθύρισε ο Γεώργιος, χάνοντας την ισορροπία του.
Η Σοφία τον κοίταξε τρομαγμένη, τραβώντας το μανίκι της να καλυφθεί.
— Πώς το ξέρεις; Κανείς δεν το ξέρει. Το κρύβω χρόνια σαν πληγή.
— Σοφία! τη φώναξε με μια κραυγή που έσκισε τον αέρα. Σοφία, είμαι ο Γεώργιος! Ο αδελφός σου, που σε έχασε μέσα στις φλόγες και σε έψαχνε παντού!
Τα χειρόγραφα γλίστρησαν από τα χέρια της Σοφίας και σκορπίστηκαν στο χώμα. Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα καθώς πλησίασε και άγγιξε το πρόσωπο του Γεωργίου, καθαρίζοντας τη σκόνη από το μάρμαρο για να δει τα χαρακτηριστικά του.
— Γεώργιε; ψιθύρισε, και η φωνή της έσπασε. Είσαι αλήθεια εσύ;
Τα δύο αδέλφια έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, εκεί, στη μέση του εργοταξίου, ανάμεσα στις πέτρες και στη σκόνη. Οι εργάτες άφησαν τα εργαλεία τους, τα μάτια του Δημητρίου γέμισαν δάκρυα και ο Μητροπολίτης Λέων σταυροκοπήθηκε ψιθυρίζοντας μια προσευχή ευχαριστίας. Η πλεξούδα της μοίρας είχε πια δέσει για τα καλά.