ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20-Τέλος Και Τω Θεώ Δόξα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ
Ο Γεώργιος δεν ένιωθε πια την παλιά μελαγχολία να τον κυκλώνει . Κάθε απόγευμα, όταν άφηνε κάτω το σφυρί και το καλέμι, τα μάτια του δεν αναζητούσαν πια το άγνωστο πέλαγος με προσμονή ή φόβο. Τώρα, το βλέμμα του αναπαυόταν στα μάτια της Θεανώς και στα χαμόγελα των παιδιών που τον φώναζαν με σεβασμό "Μάστορα-Γιώργη". Είχε βρει επιτέλους την πατρίδα που δεν του χάρισε η γέννησή του, αλλά του την πρόσφεραν η ακλόνητη φιλία και η βαθιά αγάπη.
Στην ανθισμένη αυλή του νέου Ορφανοτροφείου, κάτω από τη σκιά των μεγάλων τειχών που ο Δημήτριος και ο Γεώργιος είχαν κάνει απόρθητα, γεννήθηκε κάτι μοναδικό. Δεν ήταν απλώς ένα καταφύγιο· ήταν ένα "εργαστήρι ψυχών". Εκεί, οι γυναίκες ανέλαβαν να δώσουν πνοή και χρώμα στα σχέδια των ανδρών.
Η Σοφία, έχοντας επιζήσει η ίδια ως ορφανό στη Βασιλεύουσα, γνώριζε το κλειδί για να ξεκλειδώνει τις κλειστές καρδιές των παιδιών. Μαζί με την Ελένη, κάθονταν πλάι στους αργαλειούς και τις περγαμηνές, μετατρέποντας τη μάθηση σε παιχνίδι. Δίδασκαν στα παιδιά τη γεωμετρία μέσα από το πέρασμα της κλωστής στην ύφανση και την αριθμητική μέσα από τα σχέδια που χάραζαν οι αδελφοί τους
— Κοιτάξτε, έλεγε η Ελένη στα παιδιά, δείχνοντάς τους τον αστρολάβο του Δημητρίου. Όπως τα άστρα έχουν τη δική τους θέση στο στερέωμα και οδηγούν τους θαλασσινούς, έτσι κι εσείς έχετε τη δική σας, μοναδική θέση σε αυτή την πόλη. Κανείς δεν είναι μόνος όσο έχει στην αγκαλιά του ένα βιβλίο και δίπλα του έναν πιστό φίλο.
Την ίδια ώρα, η Θεανώ μετέφερε στα παιδιά τα μυστικά των βοτάνων και την τέχνη της γιατρειάς. Μετέτρεψε τον κήπο του ιδρύματος σε έναν επίγειο παράδεισο, έναν κήπο που δεν είχε την ματαιοδοξία των κήπων του Βρύαντος, αλλά έσφυζε από την αληθινή ζωή της φύσης.
Ο Λέων ο Μαθηματικός στεκόταν στον εξώστη πλάι στον καπετάν Νικήτα, αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανηθεί στην αυλή που έσφυζε από ζωή. Από εκεί ψηλά, έβλεπαν τον Δημήτριο και τον Γεώργιο σκυμμένους πάνω από έναν περίπλοκο μηχανισμό, να διδάσκουν στα μεγαλύτερα αγόρια πώς να συντηρούν τα γρανάζια του μεγάλου ρολογιού. Λίγο πιο πέρα, η Θεανώ, η Ελένη και η Σοφία καθοδηγούσαν με υπομονή τα μικρότερα παιδιά.
— Βλέπεις, Νικήτα; ψιθύρισε ο Λέων, και τα μάτια του άστραψαν πίσω από τη σοφία των χρόνων του. Αυτή είναι η αληθινή, η αιώνια κίνηση. Δεν είναι τα σιδερένια γρανάζια που γυρίζουν δίχως σταματημό. Είναι η γνώση που περνάει από τον δάσκαλο στον μαθητή και η αγάπη που κυλάει από τον αδελφό στην αδελφή. Αυτή η κίνηση είναι που κρατά τον κόσμο όρθιο, κι όχι τα πέτρινα τείχη.
Ο Νικήτας έγνεψε σιωπηλά. Ένιωθε πως το καράβι της ζωής του, μετά από τόσες φουρτούνες, είχε βρει επιτέλους τα πιο γαλήνια και απάνεμα νερά.
— Το ταξίδι άξιζε, Λέοντα, ψιθύρισε ο Νικήτας καθώς η νύχτα αγκάλιαζε την πόλη. Τα παιδιά μας δεν έφεραν πίσω μόνο χρυσάφι και τιμές. Έφεραν μια φλόγα που θα κρατήσει αυτή την πόλη ζωντανή για πάντα.
Και κάπως έτσι, η Θεσσαλονίκη έγινε η πόλη των θαυμάτων. Κάθε φορά που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορυφές του Ολύμπου, βάφοντας τον Θερμαϊκό με χρώματα πορφυρά, οι άνθρωποι θυμόντουσαν πως κάποτε, δύο νέοι ξεκίνησαν από την απόλυτη ανάγκη και τον φόβο, πέρασαν μέσα από τη σοφία της Ανατολής και τη λάμψη της Βασιλεύουσας, για να φέρουν πίσω στη Θεσσαλονίκη, το φως. Οι ιστορίες τελικά δεν χάθηκαν στη φωτιά, γιατί ο Δημήτριος και ο Γεώργιος τις έγραψαν με κόπο στις πέτρες των τειχών και με αγάπη στις καρδιές των παιδιών. Και έζησαν αυτοί καλά, και η Θεσσαλονίκη ακόμα καλύτερα
Πέρασαν πολλά χρόνια. Τα μαλλιά του Δημητρίου και του Γεωργίου άσπρισαν σαν το μάρμαρο που πελεκούσαν κάποτε, μα η φλόγα στα μάτια τους δεν έσβησε ποτέ. Το «Ορφανοτροφείο της Ελπίδας» έγινε η καρδιά της πόλης. Από τις αίθουσές του βγήκαν σπουδαίοι τεχνίτες που έμαθαν από τον Γεώργιο να δίνουν ψυχή στην πέτρα και σοφοί δάσκαλοι που έμαθαν από τον Δημήτριο να διαβάζουν τα άστρα και να τιμούν τις λέξεις.
Η Σοφία, μαζί με την Ελένη και τη Θεανώ, δημιούργησαν μια παράδοση κεντητικής που έκανε το όνομα της πόλης ξακουστό στα πέρατα της οικουμένης. Λέγεται πως τα υφάσματα που έβγαιναν από τα χέρια των κοριτσιών του ιδρύματος είχαν πάνω τους κεντημένη όλη την ιστορία τους, καράβια με φουσκωμένα πανιά, χρυσούς αστρολάβους και ανθισμένες κληματαριές.
Όταν ο καπετάν Νικήτας και η κυρά-Ζωή έφυγαν από τη ζωή, γεμάτοι από μέρες και αγάπη, ο Δημήτριος φύτεψε στη μνήμη τους μια νέα κληματαριά στην είσοδο της σχολής. Κάθε φορά που ένας μαθητής ένιωθε την απογοήτευση να τον λυγίζει, ο Δημήτριος τον έπαιρνε από το χέρι, τον οδηγούσε μπροστά στο ανάγλυφο που είχε σκαλίσει ο Γεώργιος και του έλεγε σιγανά:
— Κοίταξε αυτές τις πέτρες, παιδί μου. Κάποτε δεν ήταν παρά σκόνη και συντρίμμια. Μα με την υπομονή και το μεράκι έγιναν στέγη και καταφύγιο. Έτσι είναι και η ψυχή του ανθρώπου. Όσο κι αν τη χτυπήσει η καταιγίδα, αν βρει τη δική της "πλεξούδα" για να κρατηθεί, θα ανθίσει ξανά.
Ακόμα και σήμερα, αν περπατήσεις στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης μια νύχτα με φεγγάρι και σταθείς κοντά στα παλιά τείχη, μπορεί να ακούσεις τον μακρινό απόηχο ενός αργαλειού ή να νιώσεις τη μυρωδιά ενός ζεστού προπυριού στον αέρα. Αν πάλι στρέψεις το βλέμμα ψηλά θα αναγνωρίσεις τα ίδια άστρα του Δημητρίου να σε καλούν σε μαγικά ταξίδια. Να προσέχεις!
Είναι η σιωπηλή υπενθύμιση πως εκείνο το παραμύθι δεν τελείωσε ποτέ. Ζει σε κάθε βιβλίο που ανοίγει με λαχτάρα, σε κάθε σπίτι που ανοίγει την πόρτα του στον ξένο και σε κάθε άνθρωπο που, παρά τις δυσκολίες, επιλέγει να χτίζει αντί να γκρεμίζει. Γιατί στο τέλος, η γνώση είναι το μόνο φως που δεν σβήνει ποτέ και η αγάπη η μόνη πατρίδα που δεν χάνεται σε καμία θάλασσα.
«Εγράφη η παρούσα ιστορία
εν τη περιβλέπτω πόλει Θεσσαλονίκη,
εις δόξαν της αγάπης και της ομονοίας των ανθρώπων.
Τέλος και τω Θεώ δόξα.»