ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - Ταξίδι



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο
ΤΑΞΙΔΙ
-Όρθιο το φεγγάρι, ξάπλα ο καπετάνιος, είπε και γέλασε ο καπετάν Νικήτας, ο πατέρας του Δημήτριου. Ήξεραν οι ναυτικοί ότι όταν το φεγγάρι μοιάζει με φέτα πεπονιού όρθια, η θάλασσα θα είναι ήρεμη. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του και ακολούθησε το βλέμμα του πατέρα του. Ο ήλιος ήταν στη δύση του και στον μαβί σκοτεινό ουρανό είχε ανατείλει η σελήνη λίγων ημερών σαν φωτεινό όρθιο κατάρτι σε ένα καράβι αόρατο.
-Πηγαίνω να ξαπλώσω. Αν συνεχιστεί έτσι το ταξίδι μας σε δυο μέρες θα βλέπουμε τον τρούλο της Αγια-Σοφιάς. Θα ξεφορτώσουμε και θα καταφέρουμε να είμαστε πίσω, στη Θεσσαλονίκη μας πριν του Αη -Δημήτρη, μεγάλη η χάρη Του, συνέχισε ο καπετάν Νικήτας.
Κατευθύνθηκε στην πρύμνη. Άνοιξε το μικρό πορτάκι και χάθηκε στον κράββατο, την καμπίνα του κυβερνήτη.
Ο Δημήτριος καληνύχτισε τον πατέρα του χαμογελώντας. Ήθελε να μοιραστεί τον ενθουσιασμό του αλλά το δικό του μυαλό και η καρδιά άλλα ποθούσαν. Με το τέλος των σπουδών του, εδώ και δύο χρόνια, ο πατέρας τον έπαιρνε μαζί του στα ταξίδια για να αποκτήσει την εμπειρία της ναυσιπλοϊας, όπως έλεγε. Το δικό του όνειρο όμως ήταν να συνεχίσει τις σπουδές του στην αστρονομία στην Κωνσταντινούπολη. Και μετά να συνεχίσει στη Βαγδάτη. Και μετά στην Αλεξάνδρεια. Ήθελε να ταξιδέψει, να σπουδάσει, να μάθει. Πώς όμως θα το έλεγε στον πατέρα του που ονειρευόταν για εκείνον μια ζωή στη θάλασσα;
Το πλοίο τους, ένα φορτηγό εμπορικό, έπλεε ήρεμα. Ο πατέρας του το είχε αποκτήσει πριν δεκατέσσερα χρόνια, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Δημήτριος. Ο Δημήτριος νιώθει ότι το αγαπά το ίδιο με αυτόν. Το είχε παραγγείλει σε ναυπηγείο της Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τη νέα τεχνική ναυπήγησης. Ο καπετάν Νικήτας ήταν περήφανος γι΄αυτό. Το κάτω μέρος του πλοίου κατασκευάστηκε σύμφωνα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο, πρώτα το κέλυφος και μετά στο εσωτερικό εφαρμόστηκε ο σκελετός. Το πάνω μέρος ακολούθησε τη μοντέρνα πρακτική. Ο σκελετός συνεχίστηκε προς τα πάνω και σ΄αυτόν προσαρμόστηκαν οι εξωτερικές σανίδες.
Ήταν μικρό, στρογγυλό και μετακινούνταν αργά. Ήταν όμως αξιόπιστο και μπορούσε να μεταφέρει πολλά εμπορεύματα. Η πλώρη ήταν ψηλή και καμπυλωτή, ενώ η πρύμνη φαρδιά, προσφέροντας σταθερότητα στο σκάφος. Η κοιλιά του πλοίου ήταν ξύλινη, με στρογγυλεμένο σχήμα. Εκεί αλλά και στο κατάστρωμα είχαν φορτώσει δέματα, βαρέλια και εμπορεύματα, τακτοποιημένα σε σειρές.
Το πλοίο κυλούσε απαλά στα νερά, με φουσκωμένο το τετράγωνο σε κεραμιδί χρώμα πανί, που αιχμαλώτιζε τον άνεμο. Δεν υπήρχαν κουπιά. Οι κωπηλάτες ήταν πλέον περιττοί. Απαραίτητος ήταν ο ναυτικός που ήξερε να υπολογίζει την απόσταση του καραβιού από σημεία της ξηράς και τη θέση του ήλιου και των άστρων. Πολύτιμος βοηθός τους ήταν ο «Περίπλους», ένα γεωγραφικό βιβλίο που περιείχε οδηγίες πλοήγησης για τους ναυτικούς. Εκεί μπορούσε ο Δημήτριος να βρει λιμάνια και πώς θα τα προσεγγίσει, σημαντικά σημεία της ακτογραμμής ή θαλάσσιες διαδρομές για ασφαλή πλεύση.
Το πλοίο μετέφερε κρασί Βέροιας και λάδι Χαλκιδικής από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θα φόρτωνε βιβλία και μεταξωτά υφάσματα για τη Θεσσαλονίκη. Μετέφερε όμως και επιβάτες. Το κέρδος της μεταφοράς των προϊόντων ήταν καλό και διπλασιάζονταν με την πληρωμή των επιβατών. Αυτοί ήταν αξιωματούχοι, κληρικοί ή ευσεβείς πιστοί. Ήθελαν να επισκεφτούν άλλες πόλεις της ανατολικής Μακεδονίας, την Κωνσταντινούπολη ή τους Αγίους Τόπους για προσκύνημα και για δουλειές.
Πριν τρεις ημέρες το πλοίο τους, η «ΖΩΗ», είχε αφήσει πίσω του τα τείχη της Θεσσαλονίκης με το πρώτο φως του ήλιου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο άνεμος ελαφρύς αλλά σταθερός, ιδανικός για το μεγάλο τετράγωνο πανί που έσπρωχνε το σκαρί προς την ανατολή. Διέσχισαν τον Θερμαϊκό κόλπο και έπλευσαν νότια κοντά στα πόδια της Χαλκιδικής. Ο Άθως, το μεγάλο βουνό, ξεπρόβαλε από τη θάλασσα σαν πέτρινος γίγαντας. Ψηλά στους βράχους, ο Δημήτριος διέκρινε μικρές καλύβες και ανθρώπους που κινούνταν αργά.
-Είναι
ασκητές, του είχε πει ο πατέρας του. Ζουν μόνοι τους, κοντά στον Θεό.
Ο Δημήτριος κοίταξε με δέος. Οι μαυροφορεμένοι άνθρωποι του φάνηκαν απόκοσμοι,
σαν να φρόντιζαν αυτοί μόνοι τους για τη σωτηρία όλου του κόσμου.
Πρώτη στάση ήταν η Νεάπολη. Αποβιβάστηκαν μερικοί επιβάτες, κάποιοι άλλοι επιβιβάστηκαν, ξεφόρτωσαν αμφορείς με λάδι και πήραν βαρέλια με κρασί από τα βουνά του Παγγαίου. Επίσης προμηθεύτηκαν νερό και τρόφιμα. Οι έμποροι μιλούσαν συνέχεια κι ο Δημήτριος παρατηρούσε σιωπηλά. Ήθελε να καταλάβει τα πάντα, από το πώς διαπραγματεύεται κάποιος, μέχρι το πώς δένει έναν κάβο χωρίς να σφίγγει υπερβολικά το ξύλο. Αργότερα αγκυροβόλησαν στα Άβδηρα και στη Μαρώνεια από όπου προμηθεύτηκαν νερό.
Την έκτη μέρα, έπλεαν κοντά στις εκβολές του Έβρου και προσέγγισαν τον Αίνο, μια σημαντική βυζαντινή πόλη, λιμάνι και προπύργιο της αυτοκρατορίας απέναντι στις απειλές των Βουλγάρων και των Αράβων. Εκεί είχαν ήδη δέσει κι άλλα πλοία, αρμένικα, βυζαντινά, ακόμη και ένα πλοιάριο από την Αλεξάνδρεια. Λιμάνι πολύβουο, πλημμυρισμένο από πολύχρωμα καράβια, σημαίες, τσουβάλια, κιβώτια, ανθρώπους διαφορετικών φυλών και ντυσίματος . Μυρωδιές από ρετσίνι, ψάρι και μαύρο πιπέρι πλανιόνταν τον αέρα.
Το βραδάκι πήραν το δρόμο προς τον Ελλήσποντο για την Καλλίπολη. Ο Δημήτριος κατέβηκε στο αμπάρι του πλοίου για να ελέγξει το φορτίο. Τα πιθάρια γεμάτα κόκκινο κρασί και λάδι ήταν τακτοποιημένα στη σειρά. Κάποιοι ταξιδιώτες είχαν απλώσει ήδη τις κουβέρτες τους για να κοιμηθούν. Ανέβηκε πάλι στο κατάστρωμα. Δυο τρεις επιβάτες είχαν βρει μια απάνεμη γωνιά για να προφυλαχτούν. Ένας καλόγηρος γονατιστός στην πλώρη και με πρόσωπο προς την ανατολή σιγοψιθύριζε λόγια και προσευχές. Κάποιο τάμα του είχε έρθει η ώρα να το πραγματοποιήσει.
Ο αντικαταστάτης του πατέρα του είχε πιάσει το πηδάλιο. Συνήθως δεν ταξίδευαν τις νύχτες. Σήμερα όμως η βραδιά ήταν ήσυχη, ξάστερος ο ουρανός. Σκέφτηκαν να κερδίσουν χρόνο. Είχαν ήδη καλύψει πολύ παραπάνω από τη μισή απόσταση προς την Κωνσταντινούπολη.
Έλεγξε το πανί στο κατάρτι που φούσκωνε ο δυτικός άνεμος, βρήκε μια κουλούρα από χοντρό σχοινί και κούρνιασε στο εσωτερικό της. Εκεί ήταν καλά προφυλαγμένος από το κρύο και τη νυχτερινή υγρασία. Το κύμα λίκνιζε τη μικρή ολκάδα και αυτός αφέθηκε στο ρυθμό της. Τα μάτια του βολτάριζαν στον έναστρο ουρανό σκαλώνοντας στους αστερισμούς που αναγνώριζε μετά τις σπουδές του στην αστρονομία.
Ήταν το πρώτο του ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και ανυπομονούσε να φτάσουν. Κι ας μην ήταν το ταξίδι για τις σπουδές του. Να δει την Αγια - Σοφιά, τα ανάκτορα, την αγορά, τα πανύψηλα απόρθητα τείχη της. Να σεργιανίσει στις γειτονιές της, να αναμιχθεί με τους ντόπιους σαν ένας από αυτούς. Θα καταφέρει άραγε ποτέ να γίνει ένας από αυτούς; Θα καταφέρει άραγε ποτέ να μιλήσει στον πατέρα του για το όνειρό του; Δε θα ξεχάσει τα λόγια του όταν έγινε επτά χρονών και του έφερε τη σχολική τσάντα.
«Μεγάλωσες, Δημήτριε! Έγινες επτά χρονών! Η ζωή, εκεί έξω, σε περιμένει. Και είναι τόσο όμορφη! Ο κόσμος έγινε για να τον ανακαλύψεις! Και είναι τόσο μεγάλος! Όταν έρθει η ώρα πρέπει να είσαι έτοιμος γι΄αυτό. Ξεκινάς το σχολείο σε λίγες μέρες.»
Αυτό ακριβώς ποθεί από τα βάθη της καρδιάς του ο Δημήτριος. Να ανακαλύψει τον ωραίο μεγάλο κόσμο. Κωνσταντινούπολη, Βαγδάτη, Αλεξάνδρεια, οι τρεις σταθμοί της μελλοντικής ζωής του, τον περιμένουν.
Μια ανησυχία τον έκανε να γυρίσει στην πραγματικότητα. Σηκώθηκε να ξεμουδιάσει.
-Καπετάνιε, χρειάζεσαι κάτι; Ρώτησε τον καπετάν Μηνά.
-Όλα καλά, Δημήτριε. Κάνε μια βόλτα να δεις πώς τα πάνε οι ταξιδιώτες μας!
Τότε ήταν που πρόσεξε ο Δημήτριος μια μικρή φλόγα που αναβόσβηνε προς την ξηρά. Δεν υπήρχε κάποιος φάρος σ΄ αυτό το σημείο της διαδρομής. Είχε μελετήσει τη διαδρομή στον «Περίπλου» πριν νυχτώσει.
Ο καπετάν Μηνάς συνέχιζε να σιγοσφυρίζει ένα γνωστό τραγούδι της εποχής. Φαινόταν να μην είχε προσέξει τίποτε.
Ο Δημήτριος ανησύχησε. Είχε ακούσει ιστορίες για φωτιές που άναβαν άνθρωποι της ξηράς για να μπερδέψουν τους καπετάνιους, να οδηγήσουν τα πλοία στα βράχια και να λεηλατήσουν το πολύτιμο φορτίο τους. Κοίταξε καλύτερα. Η λάμψη μεγάλωνε.
-Καπετάν Μηνά, βλέπεις τη φωτιά στην ακτή; ρώτησε όλος αγωνία.
-Όχι, αγόρι μου, ησύχασε!
Κοίταξε πάλι την ακτή. Η λάμψη φάνηκε να δυναμώνει σαν να απλωνόταν, προσπαθώντας να μιμηθεί το φως ενός φάρου. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο στομάχι του Δημήτριου. Ο πατέρας του, ο καπετάν Νικήτας, κοιμόταν ανύποπτος στην καμπίνα του. Το κρασί της Βέροιας και το λάδι της Χαλκιδικής, το όνειρο της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη πριν από του Αη Δημήτρη, όλα κρέμονταν από μια κλωστή.
Ο Δημήτριος έπρεπε να κάνει κάτι. Γρήγορα. Αλλά τι; Να ξυπνήσει τον πατέρα του; Ήταν απλά μια ανησυχία ενός νεαρού, άπειρου ναυτικού, ή μια πραγματική απειλή που πλανιόταν πάνω από το πλοίο του πατέρα του;
Ταραγμένος έτρεξε να ξυπνήσει τον πατέρα του.
Δεν πρόλαβε!
Το πλοίο τραντάχτηκε. Ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Ο Δημήτριος σωριάστηκε στο κατάστρωμα. Το καράβι του καπετάν Νικήτα είχε πέσει πάνω σε βράχια και τώρα διαλυόταν. Απανωτοί εκκωφαντικοί εφιαλτικοί θόρυβοι, το νερό να ορμά, φωνές, ουρλιαχτά. Ο Δημήτριος μεμιάς βρέθηκε ολόκληρος στο νερό. Μόλις είχε προλάβει να δει τον πατέρα του. Ο καπετάν Νικήτας είχε πεταχτεί έξω από την καμπίνα κι έτρεχε προς το μέρος του. Άδικος κόπος. Το πλοίο βούλιαζε. Ναυτικοί και επιβάτες πάλευαν να σωθούν. Κι εκεί, στην ακτή, η φωτιά φώτιζε τώρα ξεκάθαρα μια ομάδα σκοτεινών σκιών που έτρεχαν προς το μέρος τους.
Ο Δημήτριος χάθηκε στα παγωμένα νερά. Ήξερε ότι έπρεπε να παλέψει αν ήθελε να σωθεί. Έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να βγει στην επιφάνεια. Τα κατάφερε. Κοίταξε τριγύρω. Παντού σπασμένα ξύλα, αντικείμενα του καραβιού κι ανάμεσά τους άνθρωποι να κολυμπούν προς το φως που τους είχε παραπλανήσει. Αναγκαστικά. Ήξεραν ότι εκεί ήταν η στεριά.
-Έλα, Δημήτριε, πιάσου στη σανίδα! Του φώναξε ο καπετάν Μηνάς!
Με γρήγορες κινήσεις ο Δημήτριος, αρπάχτηκε από τη σανίδα. Πήρε μια βαθιά ανάσα.
-Ο πατέρας; ρώτησε με αγωνία.
-Δεν ξέρω! Δεν τον είδα, απάντησε λυπημένος ο καπετάν Μηνάς. Όμως θα τον ψάξουμε! Ας βγούμε πρώτα στη στεριά.
Κολύμπησαν με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Κοντά τους έδιναν τον δικό τους αγώνα και κάποιοι ταξιδιώτες. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο. Όμως όσο πλησίαζαν τόσο πιο δυνατά άκουγαν φωνές άγριες. Κάποιοι τους περίμεναν χωρίς καλές διαθέσεις. Δεν είχαν όμως επιλογή. Ή στεριά ή το ανοιχτό πέλαγος.
Το πρωί ο Δημήτριος ξύπνησε σε μια ακτή όλο βράχια. Ήταν βρεγμένος, μελανιασμένος και δεμένος. Πονούσε παντού. Γύρω του, υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι, δεμένοι και αυτοί, ναυτικοί, επιβάτες. Άκουγε κάποιους να μιλάνε αλλά δεν καταλάβαινε τίποτε.
Προσπάθησε να σηκωθεί. Ένας ψηλός μαυριδερός άντρας τον έσπρωξε πίσω. Μιλούσε μια άγνωστη γλώσσα. Το νόημα όμως ήταν ξεκάθαρο, απειλητικό. Ο Δημήτριος είδε το κατεστραμμένο πλοίο τους μισοβυθισμένο στα ρηχά. Πολλοί άνθρωποι φόρτωναν σε κάρα ό,τι μπορούσαν να σώσουν από το ναυάγιο, τα αγγεία με το κρασί και το λάδι, τα πολύτιμα εμπορεύματα.
Ένας από τους άντρες πλησίασε. Ήταν ντυμένος με χοντροκομμένα βρώμικα ρούχα, το πρόσωπό του σκληρό. Έπιασε τον Δημήτριο από το σαγόνι, τον κοίταξε στο πρόσωπο και ύστερα από πάνω μέχρι κάτω.
-Νέος είναι και δυνατός. Θα πιάσει καλή τιμή. Τους γέρους τους αφήνουμε, είπε σε σπαστά ελληνικά, απευθυνόμενος σε έναν άλλο.
-Εσύ, θα έρθεις μαζί μας. Κι εσύ κι εσύ κι εσύ. Έχουμε αγοραστές που πληρώνουν καλά για νέους σαν κι εσάς, μίλησε άγρια.
